Σαν σήμερα: Η Αιγυπτιακή επιδρομή στο αεροδρόμιο της Λάρνακας

2019-02-20T15:27:50+02:0020 Φεβ 2019 | 19:00|Κατηγορίες: Χωρίς κατηγορία|0 Σχόλια

Οι διμερείς σχέσεις Αιγύπτου-Κύπρου σήμερα βρίσκονται ίσως στο απόγειό τους στην σύγχρονη ιστορία των δυο κρατών. Πριν περίπου σαράντα χρόνια όμως είχαν βρεθεί στο απόλυτο ναδίρ με τις διμερείς διπλωματικές σχέσεις να έχουν τερματιστεί και οι δυο χώρες να βρίσκονται σε ντε φάκτο κατάσταση ψυχρού πολέμου μεταξύ τους.

Αιτία ήταν μία επιχείρηση αιγυπτιακών ειδικών δυνάμεων σε κυπριακό έδαφος χωρίς καμία επικοινωνία και προειδοποίηση και βέβαια χωρίς έγκριση της κυπριακής κυβέρνησης που οδήγησε σε μακελειό.

Συγκεκριμένα, όλα συνέβησαν το βράδυ της 19 Φεβρουαρίου 1978, όταν αιγυπτιακές ειδικές δυνάμεις έκαναν επιδρομή στο διεθνές αεροδρόμιο της Λάρνακας σε μια προσπάθεια να τερματίσουν μία αεροπειρατεία.

Στις 11:20 το πρωί της προηγούμενης μέρας, δύο ένοπλοι Άραβες, ο 28χρονος Ιορδανός Σαρί Μοχάμ Κατάρ και ο 26χρονος Κουβεϊτιανός Ζαγιέτ Άλι, μπήκαν στην αφύλακτη αίθουσα συνεδρίασεων του ξενοδοχείου Χίλτον και δολοφόνησαν εν ψυχρώ τον Αιγύπτιο δημοσιογράφο και γενικό γραμματέα του Κινήματος Αφροασιατικής Αλληλεγγύης Γιουσέφ ελ Σεμπάι και προσωπικό φίλο του Πρόεδρου της Αιγύπτου Ανουάρ Ελ Σαντάτ σε μία κίνηση που είχε στόχο να καταδείξει την αντίθεση των “σκληρών” Αράβων στις συμφωνίες του Καμπ Ντέϊβιντ το 1976 μεταξύ της Αιγύπτου και του Ισραήλ με τις ευλογίες των ΗΠΑ.

Οι κυπριακές δυνάμεις προσπαθούσαν να διαπραγματευτούν με τους τρομοκράτες, που αρχικά οι αεροπειρατές απαίτησαν ένα αεροσκάφος DC-8 της Cyprus Airways εφοδιασμένο με καύσιμο με το οποίο δέχθηκαν να φύγουν από την Κύπρο με μόνο 11 από τους ομήρους τους καθώς και τέσσερα μέλη του πληρώματος.

Ωστόσο αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Κύπρο όταν κατέστη αδύνατο να τους δεχθούν σε αεροδρόμια της Σαουδικής Αραβίας, της Συρίας και του Τζιμπουντί όπου επιχείρησαν να προσεγγίσουν. Τελικά κατάφεραν απλώς να ανεφοδιαστούν στο Τζιμπουντί για να επιστρέψουν πίσω.

Όταν ξεκίνησε η αιγυπτιακή επιχείρηση χωρίς την άδεια ή ενημέρωση των Κυπρίων, το αποτέλεσμα ήταν μία ανεξέλεγκτη ανταλλαγή πυροβολισμών που οδήγησε στο θάνατο 15 Αιγυπτίων κομμάντο.

Αντίστοιχος αριθμός τραυματίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο τοπικό νοσοκομείο ενώ επιπλέον, σκοτώθηκαν κι οι τρεις χειριστές του C-130H που τους μετέφεραν όταν το αεροσκάφος δέχθηκε επίθεση στο έδαφος και καταστράφηκε, ενώ κι ο επικεφαλής της επιχείρησης αξιωματικός με βαθμό ταξιάρχου συνελήφθη.

Εκτιμάται ότι η επιχείρηση ήταν προσωπική πρωτοβουλία του Αιγύπτιου πρόεδρου Ανουάρ Σαντάτ, που θέλησε με τον τρόπο αυτό να δείξει αποφασιστικότητα και δυναμικότητα για την διάσωση των ομήρων. Ο Σαντάτ είχε μεσολαβήσει στον τότε Κύπριο πρόεδρο Σπύρο Κυπριανού για την διάσωση των ομήρων και την έκδοση των αεροπειρατών, πράγμα για το οποίο έλαβε διαβεβαιώσεις.

Ωστόσο φαίνεται ότι δεν αρκέστηκε σ’ αυτές και ενέκρινε την επιχείρηση των δικών του δυνάμεων και συγκεκριμένα της ειδικής αντιτρομοκρατικής μονάδας Task Force 777 χωρίς όμως ενημέρωση ή αίτηση άδειας πέρα από μία αόριστη ενημέρωση ότι «έρχονται άνθρωποί μας να βοηθήσουν».

Αιγυπτιακό C-130H, σαν αυτό που χρησιμοποιήθηκε για την επιχείρηση.

Τελικά ακολούθησε η μάχη με τα ολέθρια αποτελέσματα για τους Αιγύπτιους που προφανώς δεν περίμεναν την συγκεκριμένη υποδοχή όντας προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν λίγους αεροπειρατές και όχι οργανωμένες δυνάμεις.

Πράγματι, η Εθνική Φρουρά, είχε λάβει τα μέτρα της και είχε αναπτύξει τμήματα ασφαλείας γύρω από το αεροδρόμιο με κύριο βραχίονα την 35η Μοίρα καταδρομών και αρχηγό της επιχείρησης τον διοικητή του 395 τάγματος πεζικού Ανδρέα Ιωσηφίδη.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι εν τω μεταξύ η παράδοση των υπόλοιπων ομήρων είχε ήδη εξασφαλιστεί κατά τη διάρκεια της αποτυχημένης αιγυπτιακής επίθεσης και οι δύο άνδρες συνελήφθησαν από τις κυπριακές αρχές και αργότερα όντως εκδόθηκαν στην Αίγυπτο.

Την επόμενη ημέρα η Αίγυπτος ανακάλεσε τη διπλωματική της αποστολή στην Κύπρο και απαίτησε από την Κύπρο να κάνει το ίδιο με την δικιά της αποστολή στο Κάιρο. Οι δυο χώρες διέκοψαν πολιτικούς και διπλωματικούς δεσμούς για αρκετά χρόνια μετά το περιστατικό μέχρι την δολοφονία του Σάντατ το 1981.

(Με πληροφορίες από SigmaLive.)

PTISIDIASTIMA