“Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη/ την είπαν ο
έρωτας και η Επανάσταση./ Όλη σου  την σιωπή την είπε η ποίηση“.
Έτσι, μ’ αυτά τα λόγια, αποκρυπτογράφησε προς το τέλος του βίου  τη μεγάλη του πορεία ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, αφήνοντας την τελευταία του πνοή μια Κυριακή πρωί, λίγες ώρες διαφορά από τον Αλέξη Μινωτή, στις 11 Νοεμβρίου 1990. Είχε γεννηθεί την Πρωτομαγιά του 1909 στη Μονεμβασιά. Εκατό χρόνια, ένας αιώνας από τότε. 
Να με θυμόσαστε-είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα/ χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες και αγκάθια,/ για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα.”
Φέτος, επίσημα, ανακηρύχτηκε ως έτος του Γιάννη Ρίτσου. Πολλοί θα μιλήσουν για το έργο του. Οι φίλοι και αναγνώστες τον θυμούνται συνέχεια.
Με τον επιβλητικό λόγο του και τη σεβάσμια μορφή να οδηγεί στα μονοπάτια του Έρωτα και της Επανάστασης . Μεταλλάσσοντας τον δικό του πόνο, τους μύχιους καημούς και σκέψεις ,σε πόνο της Ρωμιοσύνης. Εξασφαλίζοντας έτσι την αθανασία του.
 
“Πιστεύω στον Έρωτα και την Επανάσταση/ γι΄ αυτό ακριβώς πιστεύω στην Αθανασία” έγραψε κάποια στιγμή. Ίσως γιατί ήξερε πως μέσα από τον προσωπικό αγώνα, κάθε άνθρωπος βαδίζει προς την τελική ανεξαρτησία.
Ξέρω/ καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα. Μονάχος/ στη δόξα και στο θάνατο/ Το ξέρω .Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί” κραυγάζει στην “Σονάτα του Σεληνόφωτος ” τον Ιούνιο του 1956.
Ο Γιάννης Ρίτσος ήταν ανυπέρβλητος και ακάματος.
Στην ποίηση, όπου χαρακτηρίστηκε ως “ο μεγαλύτερος ζων ποιητής”, στην πεζογραφία, γιατί στο “Ίσως νά ‘ναι κι έτσι” προκάλεσε το κατεστημένο  και έστρεψε πάνω του, χωρίς να το επιδιώξει, τα φώτα της δημοσιότητας, στη ζωγραφική, επειδή κανένας άλλος δεν μίλησε μ΄ αυτό τον απαράμιλλο τρόπο στον χρωστήρα, κανένας άλλος δεν σμίλεψε τόσο ανθρώπινα πέτρες και ρίζες δέντρων, με τόση επάρκεια και τόση εμπύρετη μνήμη χεριών και μυαλού.
Γιατί όπως ο ίδιος ο  ποιητής της Ρωμιοσύνης και του Επιτάφιου γράφει τον Αύγουστο του 1987 «εκείνα που δεν έλεγες ποτέ, ακριβώς εκείνα/ έδιναν αίμα στα λόγια που έλεγες και έμεναν στον αέρα/ μετέωρα ,διφορούμενα, σαν ανεξήγητοι ήχοι/ νυχτερινής μελλοντικής μουσικής”.
Και ακόμα γιατί “Ίσως και νά’ χουν κάποια αξία/ αυτά που αφήσαμε πίσω μας/…Μα τώρα και τούτο το “ίσως” πάνω στα χείλη σου/ έχει χλομιάσει και γεράσει”.
 
Τι εικόνες θα είχε σήμερα να πλάσει για τις αφηνιασμένες στρατιές των Δυτικών, τα ρακένδυτα καραβάνια των προσφύγων, τις αδιάκριτες νύχτες της αδυσώπητης ένδειας.
Εκείνα που δεν έλεγες ποτέ, ακριβώς εκείνα/ έδιναν αίμα στα λόγια που έλεγες κι έμεναν στον αέρα/ μετέωρα, διφορούμενα, σαν ανεξήγητοι ήχοι/ νυχτερινής μελλοντικής μουσικής. Τώρα/ δεν έχεις τίποτε να πεις ,αφού δεν έχεις τίποτε να κρύψεις» έγραφε στο Καρλόβασι, καθισμένος σ’ εκείνη την πέτρα που ο ίδιος είχε σμιλέψει στ’ ακρογιάλι και αναπολώντας όλα αυτά που έκανε κι εκείνα που δεν προλάβαινε, γιατί “τι να πρωτοδιορθώσεις;” μέσα στα ανελέητα ξερά καλοκαίρια και τους βομβαρδισμένους χειμώνες.

Άρθρο Μαρτίου 2009
 
Του Δημήτρη Τσιπούρα