Η ιδέα ενός δημοψηφίσματος κάθε άλλο παρά εγκαταλείφθηκε- ιδίως ως αντίβαρο πρόωρων εκλογών- μετά την προχθεσινή συνεδρίαση του υπουργικού Συμβουλίου
. Διευκρινιστικά σχόλια επί των κατευθύνσεων που φάνηκαν να συζητούνται:

1. Από τη συνταγματική του κατάστρωση (όρθρο 44 παρ. 2), η διεξαγωγή δημοψηφίσματος δεν προϋποθέτει νομοθετική ρύθμιση, όπως αυτή που παραγγέλθηκε στον υπουργό Εσωτερικών.  Η λήψη ειδικής απόφασης από τουλάχιστον 151 βουλευτές (για κρίσιμα εθνικά θέματα ) ή από 180 (για ψηφισμένα νομομοσχέδια ), αφορά τη σκοπιμότητα και το περιεχόμενο του εκάστοτε δημοψηφίσματος. Τις όποιες τεχνικές λεπτομέρειες καθορίζει και στις δύο περιπτώσεις το προβλεπόμενο προεδρικό διάταγμα.

2. Αντίθετα από ό,τι ισχυρίστηκε η αξιωματική αντιπολίτευση, δημοψήφισμα χωρά και για δημοσιονομικά ζητήματα, εφόσον κριθούν «κρίσιμα» και «εθνικά». Αυτό που απαγορεύει το Σύνταγμα είναι δημοψήφισμα επί ήδη ψηφισμένου νομοσχεδίου με δημοσιονομικό χαρακτήρα.

3. Το ευρύτερο μήνυμα απάντηση στο συνολικό πρόβλημα που δικαίως απασχολεί την ελληνική κοινωνία , στο οποίο αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός (εξειδικεύοντας μάλιστα στο τρίπτυχο : αλλαγή στο πολιτικό σύστημα, αλλαγή στο κράτος, αλλαγή στο οικονομικό και παραγωγικό μοντέλο), δεν προσφέρεται για δημοψήφισμα λόγω της πολυπλοκότητας και του προγραμματικού του χαρακτήρα.

4. Το ερώτημα που προσιδιάζει στο θεσμό πρέπει να είναι λιτό, σαφές, μονοσήμαντο και διλημματικό. Πιθανές εκφάνσεις του, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν μπορεί παρά να είναι του τύπου «Ναι ή όχι στο (νέο) Μνημόνιο», μέσα ή έξω από την ΟΝΕ (και άρα την Ε.Ε.) .

Υπάρχει διάθεση ή πολυτέλεια για κάτι τέτοιο;

*Γράφει στα Νέα ο Κώστας Μποτόπουλος, συνταγματολόγος και πρώην ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ