Άρθρο της Όλγας Ζουβά
Και ενώ οι πάντες, ένθεν κακείθεν, προβληματίζονται και προσπαθούν να ερμηνεύσουν την άνοδο των ποσοστών της Χρυσής Αυγής, με κριτική και χαρακτηρισμούς προς κόμμα και ψηφοφόρους, κάποιοι άλλοι, όλο και περισσότεροι, εξακολουθούν να το βλέπουν ως λύση, έστω και απελπισίας, στα αδιέξοδα που δημιούργησαν «άμεμπτοι υπερασπιστές της δημοκρατίας»….
Γι’ αυτούς, τους τελευταίους, ο τρόπος που τo κομματικό κατεστημένο, βασικός μέτοχος και διαμορφωτής της πολιτικής ζωής του τόπου, έδρασε και λειτούργησε όλο το διάστημα της μεταπολιτευτικής περιόδου στην Ελλάδα, δεν φαίνεται να φέρει ουσιαστικό μερίδιο ευθύνης. Και αντί, οι ίδιοι να δρομολογήσουν διαδικασίες αυτοκριτικής και αυτοκάθαρσης, μεταθέτουν τις ευθύνες στους ψηφοφόρους.
Πόσο, όμως, μετράει η ιδεολογία σε εποχές έκτακτης ανάγκης όπως η σημερινή; Με τι επιχειρήματα πείθεται η δυστυχής γιαγιά, ο απελπισμένος νέος, ο άνεργος πατέρας, ότι κάθε δράση συμπαράστασης του συγκεκριμένου κόμματος είναι μόνο στάχτη στα μάτια, που στόχο έχει την αύξηση της εκλογικής πελατείας; Και πόσο τον επηρεάζει, την εποχή που η επιβίωση έχει γίνει προτεραιότητα; Χαρακτηρισμοί, όπως εθνικιστής, απομακρύνουν ή γεννούν προσδοκίες; Αν αυτός ο χώρος δίνει προτεραιότητα στην εθνικότητα, οι άλλοι σε τι έδιναν; Στους ημέτερους; Στέλνοντας, μάλιστα το λογαριασμό στον λαό; Πόσο, η μειωμένη ανοχή απέναντι στις άλλες πολιτικές ιδεολογίες μετράει, όταν, μάλιστα, η δημοκρατία του σήμερα αμύνεται στιγματίζοντας και καταστρέφοντας καριέρα και ζωή νέων (πχ. Κατίδης), για πολιτικούς και μόνο λόγους; Πώς και γιατί ένας άνθρωπος φτάνει να εμπιστευτεί τα άκρα; Γιατί τόσοι συμπολίτες μας, ξαφνικά, βρέθηκαν στην αγκαλιά τους;
Απελπισία, εξαθλίωση και διαφθορά, είναι βασικοί λόγοι. Αλλά και η κατάφορη αδικία, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η συντεχνιακή αντίληψη, ιδιαίτερα όταν, καταλαμβάνοντας δομές του κράτους, γίνονται καθεστώς. Μεταλλάσσοντας τη δημοκρατία σε ολιγαρχία εκλεκτών και προκαλώντας οργή και αποστροφή. Οι επικριτές τους, εν τέλει, ποιά εναλλακτική προσφέρουν; Μπορούν να πείσουν; Τι έχει να χάσει, όποιος δεν ακολουθήσει αυτούς που μετέτρεψαν το Σύνταγμα, από χάρτη δημοκρατικής πορείας σε άλλοθι και βάση, πάνω στην οποία νομιμοποιούνται ανομίες, με τον χαρακτηρισμό του κατεπείγοντος, του αναγκαίου, του σωτήριου; Την ξέχειλη υποκρισία τους; Πού μπερδεύει; Πού δημιουργεί αδιέξοδα;
Με λόγια χωρίς αντίκρισμα, δεν απέσπασαν τη λαϊκή ανοχή υποσχόμενοι υλικούς παραδείσους, αγορασμένους με βρόμικο χρήμα και ψεύτικη ευμάρεια αναξιοκρατικά μοιρασμένη, βασισμένη σε κατασκευασμένα κριτήρια; Πεπεισμένοι πως, με πρότυπο και αρωγό το μοντέλο της εξαγοράς, θα έβαζαν τους πάντες στην τσέπη τους; Όμως τα βρόμικα περίσσια χρήματα, οι δοτές τιμές, οι ψεύτικες κορυφές δεν έδειξαν δρόμους. Αποπροσανατόλισαν, στρέβλωσαν νου και ψυχή. Και οι νέοι, πάντα μπροστάρηδες, διψασμένοι για το πραγματικό, όχι το εικονικό, επίμονα το ψάχνουν ακόμα και στο ανορθόδοξο. Ποιος και πώς θα τους σώσει από την πλάνη; Ποιός και πώς θα τους πείσει, ότι η ακραία λύση δεν είναι καν λύση; Ποιός θα τους ζητήσει συγγνώμη; Με ποιό τρόπο; Μήπως η μεταλλαγμένη Δημοκρατία του σήμερα; Τη δημοκρατία όμως ποιος πραγματικά μπορεί να την συγχωρήσει; Πόσο ισχυρή είναι μια δημοκρατία χωρίς ανοχές; Πώς παραδειγματίζει; Πόσο ανασφαλής, φοβική δείχνει; Σκοτώνει την ελπίδα; Ανοίγει πόρτες σε αντίπαλους ιδεολογικούς χώρους; Και τότε;
Τότε, ποντάρουμε σ’αυτό που πραγματικά είμαστε και το αντιμετωπίζουμε; Ή βολευόμαστε μ’ αυτό που δείχνουμε να είμαστε και αδρανούμε; Το στοίχημα, έτσι ή αλλιώς, μαζί θα το κερδίσουμε, μαζί θα το χάσουμε. Η δημοκρατία του σήμερα πάντως, λαβωμένη, εγκλωβισμένη στο δίλημμα, φαίνεται πως αδυνατεί να κάνει ένα βήμα μπροστά, έχοντας, για την ώρα, επιλέξει την εικόνα από την πραγματικότητα.
