Ανένταχτος, ασυμβίβαστος, ένας «μπαγάσας» που έχει μείνει στην ιστορία για το ανήσυχο πνεύμα του και τη βαθιά αίσθηση της ελευθερίας. Σήμερα, συμπληρώνονται 27 χρόνια από εκείνη την ημέρα που ο ίδιος έβαλε τέλος στη ζωή του…
Δεν είναι πολλοί οι άνθρωποι που διάλεξαν να ξεφύγουν από το κατεστημένο και να ζήσουν βασισμένοι σε μια δικιά τους ιδέα. Άλλωστε δεν είναι και τόσο εύκολο καθώς η κοινωνία, «ξερνάει» πολύ εύκολα όποιον δεν ταχθεί με τα ιδανικά και τα στερεότυπά της. Ο Νικόλας Άσιμος, είναι ένας από αυτούς που «πάτησαν», πάνω σε μια δική τους ιδέα και έζησαν για να ξεφύγουν από τα «έτοιμα». Αντιστάθηκε, άλλωστε, αταλάντευτα, γιατί ήταν πραγματικά ελεύθερος.
Γεννήθηκε το 1949, στην Κοζάνη. Στη δεκαετία του ’70, ήταν πολιτικοποιημένος φοιτητής στη Θεσσαλονίκη σαν τους άλλους. Σιγά σιγά, ξεχώριζε, γινόταν «αναρχικός», προκλητικός, θυμωμένος. Στην Αθήνα, αργότερα, παρέμεινε συνεπής σε εκείνη την εικόνα που είχε φτιάξει και αν η πόλη, ήταν πιο ανοιχτή και γενναιόδωρη, θα μπορούσε να τον αφομοιώσει, ως γραφικό τύπο. Η κοινωνία, όμως, είναι αδιάλλακτη και κατάφερε να τον κρατήσει πάντα επεισοδιακό και πάντα ενοχλητικό.
Λίγο πριν δώσει ο ίδιος τέλος στη ζωή του, αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Προβλήματα που είχαν ως βάση την περιθωριοποίηση από τους συνανθρώπους του και γενικότερα από την κοινωνία. Και εδώ είναι που πρέπει να σταθεί κανείς: Προς τι η τόση υπερβολή στο λόγο του, προκειμένου να προφέρει την έκφραση “είμαι ελεύθερος”; Αυτά που ονειρεύτηκε, τα βίωσε ποτέ; Αν το πέτυχε αυτό, η απόλυτη ελευθερία συνεπάγεται τόσες αρνητικές επιπτώσεις; Όλα μοιάζουν σαν ένα κουβάρι, χωρίς αρχή και τέλος. Ένα μόνο είναι το σίγουρο. Πως πέρασε από τον τόπο μας ένας σύγχρονος Δον Κιχώτης. Λίγοι τον άκουσαν και ακόμα λιγότεροι τον κατάλαβαν.
Ο Νίκος Ασημόπουλος, όπως ήταν το πλήρες όνομά του, ήταν γνωστός μουσικοσυνθέτης του χώρου των Εξαρχείων. Άρχισε να γίνεται γνωστός το 1975. Έγραφε κυρίως ροκ μπαλάντες με «σκληρό» και επαναστατικό στίχο, όπως το «Αγαπάω κι αδιαφορώ», το «Θα νικήσουμε (Βενσερέμος)» και ο «Μπαγάσας». Τραγούδια, που αποτύπωναν τα έντονα συναισθήματά του, καθώς αν και με την πρώτη ματιά φαινόταν απρόσιτος και σκληρός, ήταν ένας εξαιρετικά ευαίσθητος άνθρωπος. Τραγούδησε και στην Πλάκα μαζί με αξιόλογους ερμηνευτές όπως η Δήμητρα Γαλάνη, η Χαρούλα Αλεξίου και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ενώ συμμετείχε στιχουργικά, στο δίσκο του τελευταίου, «Χαιρετίσματα».
Εν ζωή, κυκλοφόρησε δύο προσωπικούς δίσκους καθώς και αρκετές παράνομες κασέτες. Μετά το θάνατό του, κυκλοφόρησαν 2 δίσκοι με τραγούδια που είχε ερμηνεύσει ο ίδιος αλλά και με τη συμμετοχή της Σωτηρίας Λεονάρδου και του Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
Αυτοκτονώντας, σαν σήμερα, το Μάρτιο του 1988, φάνηκε συνεπής στην παλιά του στάση. Πάνω από το βυθισμένο σώμα του, τα ελάχιστα ταραγμένα νερά της τάξης, κλείνουν και αμέσως ηρεμούν.
Κι αν ισχύει αυτό που λένε ότι τα αστέρια στον ουρανό συμβολίζουν τις ψυχές των νεκρών ανθρώπων, τότε σίγουρα αυτό του Νικόλα Άσιμου, θα παλεύει και θα μάχεται με κάθε τρόπο για να είναι πάντα ελεύθερο…

