Με την ευκαιρία των εορτασμών της εθνικής μας επετείου και εν όψει των πρόσφατων εθνικών και πολιτικών εξελίξεων, αισθάνομαι την ανάγκη να αποτίσω μια καθυστερημένη οφειλόμενη τιμή.
**Γράφει η Φωτεινή Κωνσταντέλλου – Φιλόλογος
Πριν δύο χρόνια, σε μια μικρή μα ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα του κέντρου νεότητας του συνοικισμού της Κορίνθου, παρακολούθησα μια εξαιρετική παράσταση. Ένα απίστευτο ιστορικό δράμα ζωντάνεψε σ΄ ένα χώρο λαικό, ταπεινό υπό τη Σκέπη της Εκκλησίας της Παναγίας, μπροστά σ΄ ένα πλήθος λαικών ανθρώπων- οι περισσότεροι μικρασιάτες πρόσφυγες- παππούδες, γιαγιάδες και οι επίγονοί τους, παιδιά, εγγόνια, νύφες, γαμπροί που ήρθαν να αποδώσουν ένα φόρο τιμής στον Άγιο της Πολιτικής και Πατέρα του Σύγχρονου Ελληνικού Κράτους. Το μοναδικό αληθινό κυβερνήτη αυτής της πολύπαθης χώρας, τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Ήταν μια πολύ προσεγμένη συλλογική δουλειά ενός πλήθους ερασιτεχνών με ευδιάκριτο το φλογερό πάθος για την ιστορική αλήθεια, ακατανίκητη την ερευνητική διάθεση και επιτακτική την ανάγκη για αποκατάσταση της ιστορικής αδικίας. Και που στην αγωνιώδη προσπάθεια σύνδεσης του τραυματικού παρελθόντος με το οδυνηρό παρόν, ξεπέρασαν τις προσδοκίες του κοινού τους και αφύπνισαν τις κοιμισμένες νεολληνικές συνειδήσεις ανασύροντας στην επιφάνεια τις αγιάτρευτες πληγές της Φυλής και τα ακοίμητα Πάθη της.
Με τη σεμνή, αλλά πολύ φωτεινή ερμηνεία του Μ. Γεωργιάδη στο ρόλο του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας. Κατάφερε να αποδώσει την ήρεμη δύναμη αυτής της προσωπικότητας, το ασίγαστο πάθος της για ελευθερία, τη βαθιά πίστη του στον Θεό, την αδιάλλειπτη προσφορά του σε ευρωπαικό και ελληνικό επίπεδο, τη κοινωνική μέριμνα, το εθνικό έργο (με προσωπικές θυσίες και υπηρεσίες), τις απαράμιλλες ηγετικές και διοικητικές ικανότητες, αλλά και τον παρεξηγημένο αυταρχισμό στην διακυβέρνησή του. Όχι ως αποτέλεσμα μιας ζοφερής δυναστικής πολιτικής στα πλαίσια του δεσποτισμού της εποχής, αλλά ως προιόν μια βαθιάς πατρικής στοργής σε ένα λαό ταλαιπωρημένο και ατίθασο, που έχασε τον προσανατολισμό του μέσα στην δίνη της εξουσίας που τόσο απροσδόκητα του δόθηκε.
Συγκλονιστικός ο ηθοποιός, μπήκε στο πετσί του ρόλου βιώνοντας με βαθιά γνώση την ιστορική πραγματικότητα και ενσαρκώνοντας την ευγένεια του ήθους και το μεγαλείο της ψυχής του μοναδικού πολιτικού με κορυφώσεις υποκριτικές (όπως όταν αρνείται την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας ή όταν πληγώνεται από τα λιβελλογραφήματα που κυκλοφορούσαν σε βάρος του στην Ευρώπη, αλλά και στην συκοφάντησή του στην Ελλάδα από τους Μαυρομιχαλαίους).
Συγκλονιστικές επίσης οι ερμηνείες του Κολοκοτρώνη (Σπ. Νέγρη) και της ΨωροΚώσταινας Πανώριας Αιβαλιώτη (Μ. Βλάχου) ενώ η εκπληκτική σκηνή της δολοφονίας του Καποδίστρια, άφησε άναυδο το κοινό με την ζωντάνια, την αμεσότητα και την τραγικότητα με την οποία αποδόθηκε. Και ένα πολυάριθμο επιτελείο ηθοποιών πολύ επιτυχημένο και αντιπροσωπευτικό στους ρόλους του (π.χ. Τσάρος Αλέξανδρος, Κερκυραίοι, Αυγουστίνος, Υψηλάντης, Ευνάρδος, Μιαούλης, Κανάρης, Κουντουριώτης, Μαυροκορδάτος, Πετρόμπεης κ. ά.).
Τι να πει κανείς για τα σκηνικά, τα κουστούμια, τους χορούς στη τσαρική Ρωσία, τη μουσική επένδυση των κειμένων,την ηλεκτρονική επιμέλεια; Τα πάντα στην εντέλεια, απέδωσαν άριστα με μέσα απλά και ταπεινά, την ατμόσφαιρα της εποχής, την πνευματικότητα των καιρών, το βρασμό της επανάστασης, το πολιτικό ευρωπαικό κλίμα, τις ίντριγκες, τα μικροπολιτικά συμφέροντα και τις επεμβάσεις των ξένων δυνάμεων στον ελληνικό χώρο.
Αν είναι αλήθεια ότι η ψυχή του θεατή αποκαθαίρεται κατά την έξοδό του από το θέατρο καθόλου δεν θα ισχυριζόμουν ότι ένοιωσα έτσι. Αντίθετα με πλημμύρισε βαθιά λύπη. Με τη δολοφονία του Καποδίστρια συντελέσθηκε θεωρώ, ένα βαρύτατο πολιτικό έγκλημα και ένα ανεπανόρθωτο ιστορικό ατόπημα.
Δεν είναι τυχαίο ότι μετά το θάνατό του επικράτησε τρομοκρατία και σε μια σπασμωδική απόπειρα αποκατάστασης της τάξης, η χώρα αυτουποβλήθηκε στην τυρανία των Βαυαρών και της αντιβασιλείας.
Και αναρωτήθηκα: Πως είναι δυνατόν ένας λαός να αποδεικνύεται τόσο αχάριστος, τόσο ανόητος και τόσο αυτοκαταστροφικός; Πως είναι δυνατόν να σκότωσε τον Ι. Καποδίστρια, τον άνθρωπο που μέσα στα τρισήμιση χρόνια της διακυβέρνησής του κατάφερε να συγκροτήσει το σκορποχώρι που δεν λεγόταν καν Ελλάδα (εκτεινόταν τότε σε δυο-τρεις περιοχές της Πελοπονήσου και κανά δυο νησιά του Αιγαίου), που απελευθέρωσε την Στερεά Ελλάδα και διεύρυνε τα όρια του νεοσύστατου κράτους ως την γραμμή του Αμβρακικού Παγασητικού. Τον άνθρωπο που έδωσε την περιουσία του για την ίδρυση Ελληνικής Εθνικής Τράπεζας και την κοπή εθνικού νομίσματος, όταν μέχρι τότε οι ραγιάδες γνώριζαν τα γρόσια, τις λίρες και τα φράγκα; Τον άνθρωπο που δημιούργησε την Σχολή Ευελπίδων προικίζοντας την χώρα με τακτικό στρατό έμπειρων και ικανών αξιωματικών, όταν μέχρι τότε ο πόλεμος διεξεγόταν από ανεκπαίδευτους χωρικούς εθισμένους στον κλεφτοπόλεμο;
Τον άνθρωπο που ίδρυσε τόσα σχολεία, ορφανοτροφεία, νοσοκομεία, γεωργικές σχολές… που από τη θέση του στο υπουργείο εξωτερικών της Ρωσίας κινούσε τα νήματα υπέρ της σκλαβωμένης πατρίδας και έκανε ένα Μέττερνιχ να παραμιλάει στα συμβούλια της Ευρώπης. Τον άνθρωπο που ενίσχυσε και κατηύθηνε το φιλελληνικό ρεύμα στην Ευρώπη, όταν αποσύρθηκε στην Ελβετία και παρείχε από εκεί τις υπηρεσίες του και που πολεμήθηκε από τους ομοεθνείς του όσο κανείς άλλος. Τέλος, τον άνθρωπο που ενώ διέθετε την μυθική περιουσία 700.000 φράγκων, διέμενε σε ένα ταπεινό σπίτι, που το μίσθωμά του δεν ξεπερνούσε τα 60 φράγκα μηνιαίως και δεν καταδέχθηκε ποτέ το μισθό που του προσφέρθηκε ως κυβερνήτη της Ελλάδας. Ανίτθετα, απαίτησε ο μισθός των υπουργών του να είναι ανάλογος των υπουργημάτων τους, όταν τα κοράκια της εξουσίας γύρευαν να καταχρασθούν το δημόσιο χρήμα. Τον άνθρωπο που πλήρωσε με την ζωή του γιατί έθιξε τσέπες και οφφίκια.
Τι και αν πληγώθηκε το φιλότιμο των τσομπαναραίων της επανάστασης γιατί δεν τους αποδόθηκαν οι τιμές που τους άξιζαν; Δεν είναι αυτοί οι ίδιοι που φυλάκισαν τον Κολοκοτρώνη και σκότωσαν τον γιό του τον Πάνο; Δεν είναι αυτοί οι ίδιοι που ανατίναξαν τον ελληνικό στόλο στην Ύδρα, αυοί οι ίδιοι μπουρλοτιέρηδες Μιαούληδες, Κανάρηδες και Κουντουρώτες που πριν χρόνια είχαν μαντρώσει τους Τούρκους στον Βόσπορο; Που χάθηκε η συλλογική συνείδηση, το «εμείς» του Μακρυγιάννη όταν σφάζονταν μεταξύ τους για θεσεις και αξιώματα, όταν πουλιόντουσαν στους Αγγλο-Γάλλους και κατασπαταλούσαν τα εθνικά δάνεια;
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1831, στο Ναύπλιο, την πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους σταμάτησε η καρδιά της Ελλάδας να χτυπά. Ό,τι ακολούθησε δεν είναι παρά ο απόηχος ενός στυγερού εγκλήματος και της αιώνιας κατάρας που στοιχειώνει τη φυλή. Οι επερχόμενες συμφορές του Γένους ( Ήττα του 1897, Δ.Ο.Ε, γενοκτονία των Ποντίων, Μικρασιατική καταστροφή, Δίκη των Έξι, Εμφύλιος ’46-49, Απριλιανά, Πολυτεχνείο, εισβολή στην Κύπρο ’74…) οφείλονταν κατά κανόνα στην απουσία άξιων ηγετών, στις βουλιμικές διαθέσεις και τα παιχνίδια των πολιτικών και στην ξενοκρατία στην Ελλάδα.
Φτάνοντας στο σήμερα σε μια Ελλάδα που παραπαίει ανάμεσα στα μνημόνια, στο μεταναστευτικό, τη διεθνή κρίση, τη τρομοκρατία ΙΚ και τις δραματικές επιβουλές της Τουρκίας σε μια Ελλάδα που ξεπουλιέται στα ευρωπαικά παζάρια και δεν έχει το ηθικό και πολιτικό ανάστημα να αντισταθεί στις εξελίξεις, μια Ελλάδα με ψυχολογία προεκτοράτου. Με χαλκευμένη τη γλώσσα και παραχαραγμένη τη θρησκεία και την ιστορία, μια Ελλάδα χωρίς αξιοπρέπεια και ρεντίκολο των Ευρωπαίων… μια Ελλάδα που διεκδικεί τα αυτονόητα σε πανεθνικά συλλαλητήρια που όμως η φωνή τους προσκρούει στη μισαλοδοξία των κομμάτων και στις μικροπολιτικές τους επιδιώξεις… αλλά και στον εκπτωση της εθνικής μας ταυτότητας.
Σ΄ αυτή την Ελλάδα του σήμερα εμφανίζονται κάποιοι πνευματικοί πυρήνες σε ταπεινές τοπικές σκηνές, κάποιοι υπέροχοι ερασιτέχνες για να επιδείξουν το ελληνικό μεγαλείο, να συντηρήσουν την ιστορική μνήμη και να θυμίσουν την σημασία της ύπαρξης αληθινής ηγεσίας και πραγματικού εθνικού φρονήματος μέσα από το απτό παράδειγμα του τελευταίου πιο γνήσιου πατριώτη.
Αυτό για μένα αποτελεί πραγματική εθνική δράση, αν θέλουμε να μιλάμε για αγώνες και όχι για στείρα φιλολογία. Συγχαρητήρια σε όλους τους εμπλεκόμενους και στη Μικρασιατική Στέγη για τις πρωτοβουλίες της.

