Μια διεπιστημονική ομάδα ερευνητών από το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας, σε συνεργασία με ειδικούς από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, φέρνει στο φως νέα δεδομένα για την αρχαία ελληνική αποικία της Αμβρακία.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του έργου «Αποικία», με τίτλο «Γενετικές σχέσεις μεταξύ της αρχαίας ελληνικής αποικίας της Αμβρακίας και της μητρόπολής της», και δημοσιεύθηκε στο διεθνούς κύρους επιστημονικό περιοδικό Genome Biology.
Αξιοποιώντας τεχνικές ανάλυσης αρχαίου DNA (aDNA), οι ερευνητές ανασύνθεσαν τη γενετική ιστορία της πόλης από την Αρχαϊκή έως και την Ελληνιστική περίοδο. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η Αμβρακία ιδρύθηκε κυρίως από αποίκους προερχόμενους από την Κόρινθος, ενώ η συμβολή του τοπικού πληθυσμού της Ύστερης Εποχής του Χαλκού ήταν περιορισμένη κατά τα πρώτα στάδια της εγκατάστασης.
Κατά την Κλασική και την Ελληνιστική εποχή παρατηρείται ήπια αλλά σταθερή γενετική διαφοροποίηση, γεγονός που υποδηλώνει σημαντική τοπική συνέχεια και κοινωνική σταθερότητα. Οι ισχυρότεροι γενετικοί δεσμοί με τη μητρόπολη εντοπίζονται στην περίοδο της ίδρυσης, ενώ οι μεταγενέστερες αλλαγές ήταν περιορισμένες, επιτρέποντας στη νέα πόλη να διατηρήσει τη διακριτή της ταυτότητα μέσα στο ευρύτερο αποικιακό δίκτυο.
Παράλληλα, τα δεδομένα από τις ανασκαφές στα νεκροταφεία της Αμβρακίας αποκαλύπτουν στενές οικογενειακές σχέσεις μεταξύ γειτονικών τάφων, προσφέροντας ουσιαστικές ενδείξεις για τη δομή και τη συνοχή της αρχαίας κοινωνίας. Οι βιολογικοί δεσμοί επιβεβαιώνουν τη σημασία της οικογένειας ως βασικού πυρήνα οργάνωσης της κοινότητας.
Συνολικά, η έρευνα αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της ανθρώπινης κινητικότητας, των συγγενικών δεσμών και της πολιτισμικής συνέχειας στη διαμόρφωση του αρχαίου ελληνικού αποικισμού, φωτίζοντας με σύγχρονες γενετικές μεθόδους τη σύνθετη και πολυεπίπεδη ιστορία της Αμβρακίας και των σχέσεών της με τη μητρόπολη Κόρινθο.
