Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου, 2026

Το σουβλάκι στον Ισθμό

Ο Ισθμός ήταν ανέκαθεν μεγάλη εξτραβακάντζα θεάματος και η στάση κρινόταν απαραίτητη. Και για να εμπεδώσουμε το θέαμα περισσότερη ώρα, κατευθυνόμασταν στα καταστήματα που βρίσκονταν εκεί για να χαρούμε το φημισμένο σουβλάκι και να αγοράσουμε γλυκά «Καζινό». Καταστήματα που έσφυζαν από ζωή και πελάτες Πηγή: Protagon.gr

- Advertisement -

Τα θυμάμαι εκείνα τα ταξίδια, σε μια εθνική οδό, μιας λωρίδας όλης κι όλης. Τότε που το να σε πάρει η μάνα σου αγκαλιά στο μπροστινό κάθισμα –πού να το ακούσει σύγχρονος!..– αφού είχες δηλώσει «ζαλίζομαι», ήταν συνηθισμένο και προνομιακό. Τα θυμάμαι εκείνα τα ταξίδια, ιδίως όταν πηγαίναμε προς Πελοπόννησο.

Γιατί για εμάς τα παιδιά είχε μερικά τοπόσημα φοβερά στα μάτια μας. Οπως εκείνο το τεράστιο ανθρωπάκι με το ανυψωμένο χέρι, δήθεν να χαιρετά, που διαφήμιζε το αλάτι «Κάλας». Είναι απίστευτο τι μπορεί να μένει σε ένα παιδί!

Οπως η περιοχή Κακιά Σκάλα, στιγματισμένη από δυστυχήματα, που άκουγες πάντα τη φράση «Πιο σιγά, Κώστα! Τόσοι έχουν σκοτωθεί εδώ». Και βέβαια ο Ισθμός. Δέος! Οπως σκύβαμε να τον χαζέψουμε και άκουγες την τσιριχτή κραυγή «Μηηη! Το κεφάλι είναι βαρύ και θα πέσεις», που συνοδευόταν αυτόματα με τράβηγμα αυτιού και μαλλιού ανάκατα.

Για ό,τι τους τρόμαζε, σε χτυπούσαν. Ο Ισθμός ήταν ανέκαθεν μεγάλη εξτραβαγκάντζα θεάματος και η στάση κρινόταν απαραίτητη. Και για να εμπεδώσουμε το θέαμα περισσότερη ώρα, κατευθυνόμασταν στα καταστήματα που βρίσκονταν εκεί για να χαρούμε το φημισμένο σουβλάκι και να αγοράσουμε γλυκά «Καζινό».

Καταστήματα που έσφυζαν από ζωή και πελάτες. Τι χαρά τα κάναμε εκείνα τα τυλιχτά γλυκά, σε ασημένιο χαρτί ζελατίνα, με κατακόκκινα γράμματα η φίρμα Καζινό, με τον τόνο στο όμικρον. Μπακλαβάδες, κανταΐφι, Κοπεγχάγη… Το δικό μας αγαπημένο ήταν το «Αννα Μαρία», ήτοι σάντουιτς δύο μπισκότων, που ανάμεσα είχαν μια πηχτή μαρμελάδα.

Με αυτά φεύγαμε φορτωμένοι για συγγενείς. Αλλά και το σουβλάκι ήταν γευστική ιεροτελεστία, τάμα. Σε τσίγκινο δισκάκι, με μπόλικο χυμό λεμονιού να ρέει και ρίγανη που μοσχοβολούσε και αλάτι άφθονο και τα ψωμάκια καρφωμένα.

Ανυπολόγιστες ποσότητες παραγγελιάς! Μα αυτό που με μάγευε ήταν οι σερβιτόροι. Με άσπρο ατσαλάκωτο σακάκι, μαύρο παντελόνι, άσπρο πουκάμισο και απαραιτήτως παπιγιόν. Και οι πελάτες χτυπούσαν τα χέρια παλαμάκια και φώναζαν «Μικρέ!» και εμφανιζόταν ένας υπέργηρος με αυτή τη στολή. Πώς να μη με μαγέψει το σουρεάλ του πράγματος! «Μικρέ!» Αυτό το «μικρέ» μού ξετίναξε τις αναμνήσεις, μόλις χθες. Ημουν ταξίδι για γύρισμα της «Κεραίας».

Στον πηγαιμό δεν είχαμε χρόνο για στάσεις. Αλλά στην επιστροφή… Απαραίτητη η στάση. Τα γλυκά Καζινό δεν υπάρχουν εδώ και χρόνια. Εψαξα στο ίντερνετ, έτσι εις μνήμην! «Η δεκαετία του ’30 ήταν η μπελ επόκ για το Λουτράκι. Μόλις είχε αρχίσει να συνέρχεται από έναν καταστροφικό σεισμό. Το 1931 ανοίγει το πρώτο Ελληνικό Καζίνο, που ανεβάζει τη φήμη της πόλης.

Το 1933 ο ζαχαροπλάστης Ταμπόσης αρχίζει να δημιουργεί τα γλυκά Καζινό, τα οποία τη δεκαετία του ’50 τυποποιεί ως τυλιχτά με χαρακτηριστικό λογότυπο. Η πρώτη εταιρεία που προχώρησε στην τυποποίηση προϊόντων ζαχαροπλαστικής».

Η επιχειρηματικότητα στα σπάργανα και φωτεινά εμπορικά μυαλά… Φαντάσου! Τα γλυκά Καζινό δεν υπάρχουν εδώ και χρόνια. Χαζεύω τον Ισθμό χωρίς να ακούω εκείνο το  «Μηηη!».

Τα σουβλάκια υπάρχουν πάντα αλλά έχουν μείνει μόνο ένα-δυο μαγαζιά. Ο δρόμος έχει πολλές λωρίδες και τον ταξιδεύεις αζάλιστος και ατσαλάκωτος. Ούτε διανοούνται οι άνθρωποι να πάρουν τα παιδιά στην αγκαλιά τους στο μπροστά κάθισμα. Θα τους χαρακτηρίσουν εγκληματίες! Ολοι με αυτοματισμό φοράμε ζώνες ασφαλείας, εξαναγκασμένοι και από ήχους που μας το θυμίζουν, αλλιώς σπάνε τύμπανα αυτιών.

Ολα έχουν αλλάξει, και καλώς. Τα σουβλάκια πάντα υπάρχουν. Ναι! Είναι η ίδια γεύση. Το τσίγκινο δισκάκι, η ρίγανη να μοσχομυρίζει, λιπάκι οπωσδήποτε, ψωμάκι, λεμόνι με τη σέσουλα, ψωμάκι καρφωμένο.

Χαμογελάω στον χρόνο και στις αναμνήσεις του πατέρα μου, της μάνας μου, εμάς, εκείνο το μαγνητάκι «Μπαμπά, μην τρέχεις» της γενιάς μου, σε μικρούτσικη κορνίζα… Ταξιδεύω. Ωσπου ακούω την κυρία που ψήνει να μου λέει: «Μην κάθεστε εδώ. Θα σας τα φέρει ο μικρός στο τραπέζι σας». Και, ναι! Καταφθάνει κύριος εξηντάρης με μαύρο παντελόνι, άσπρο πουκάμισο, μαύρο παπιγιόν αλλά, αλλά, αλλά… Και μια παρεμπιπτόντως καφέ αναμαλλιασμένη ζακέτα για το κρύο. Και έχει, με αυτή τη ζακέτα, τη φθορά των αναμνήσεων… Στο «ακριβώς» τους. Κοίτα ένα «ταξίδι» που μου πρόσφερε ένα ταξίδι. Τα ωραιότερα ταξίδια μου τα έχω κάνει εν στάσει. ΥΓ: Να σας θυμίσω και κάτι ακόμα. Τις νταμιτζάνες που γέμιζαν με νερό Λουτρακίου από την πηγή. Μετά ήρθαν το Pelegrino και το Perrier…

Και το «καλή σας απόλαυση». Λες και υπάρχει και κακή. Ούτε ο Βελόπουλος δεν έχει τολμήσει να πει αυτά που λέει η Καρυστιανού. Και μιλάμε για έναν άνθρωπο που πουλούσε τις γνωστές επιστολές

- Advertisement -
ΠΗΓΗProtagon

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Δείτε ακόμα

Σχετικά άρθρα

loutrakiblog