Καλό μεσημέρι σε όλους μας, που γνωρίζουμε ασφαλώς ότι το Λιοντάρι της Νεμέας αποτελεί διαχρονικά ένα πολύ αναγνωρίσιμο ελληνικό σύμβολο, μιας και συνδέεται με τον πλέον διαδομένο και, ίσως, τον πιο γνωστό, παγκοσμίως, αρχαίο μύθο! Έφθασε μάλιστα να γίνει και αστερισμός στον ουρανό…
Αξίζει λοιπόν, με την χαλαρή ‘’ποητική’’ διάθεση που μας χαρίζει η αυγουστιάτικη ραστώνη, να του αφιερώσουμε λίγους στίχους μου και μερικές εικόνες, με χρήσιμα σχόλια.
ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ της ΝΕΜΕΑΣ – Ο ΛΕΩΝ της ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ
Κάθε που μπαίνει Άνοιξη κατάφορτη ελπίδες
κι ανάβουνε του ουρανού οι φωτεινές νησίδες,
λέων προβάλλει αρχοντικός, με υψωμένη χαίτη,
που στη θωριά του άνακτα θυμίζει κι αρχηγέτη!
Ζώδιο υπερήφανο, αστερισμός δαιμόνιος,
μεσουρανεί σαν βασιλιάς αγέρωχος κι αιώνιος,
κι είναι των άστρων καύχημα, του ουρανού στολίδι
του γαλαξία ακριβό, περίτεχνο κεντίδι!
Ήταν θεριό ανήμερο, βαθύστερνο, πελώριο
άγριο κι επικίνδυνο χωρίς κανένα όριο,
βαρύφθογγο, απαίσιο, λαίμαργο σαρκοβόρο,
απρόσιτο και φοβερό λιοντάρι αιμοβόρο,
τετράποδο απλησίαστο και απειλητικό
αγρίμι μεγαλόπρεπο και επιβλητικό
δράκος ακόρεστος, τραχύς και κτήνος σαρκοφάγο
ζώο ακαταμάχητο, χτικιό ανθρωποφάγο,
αλλόκοτος, πυκνόμαλλος, αγριωπός φονιάς,
π’ άπληστα καταβρόχθιζε τη λεία του μεμιάς,
τέρας κακό και μοχθηρό, ανίκητο θηρίο
που μανιασμένο γύριζε με ζέστη και με κρύο,
έχοντας δέρμα άτρωτο και δόντια κοφτερά
νύχια σκληρά και άκαμπτα και μάτια αστραφτερά,
με την καυτή ανάσα του έφερνε συμφορές
και προξενούσε επί της γης ατέλειωτες φθορές
κι όταν βρυχόταν έτρεμαν οι δύστυχοι ανθρώποι
με φόβο κυριεύονταν όλοι οι γύρω τόποι.
Απ’ της Σελήνης έπεσε κάποτε την πλατεία,
και διόλου δεν χωράτευε, δε σήκωνε αστεία,
μέσα σε δίστομη σπηλιά τις νύχτες ξαγρυπνούσε
και στης Νεμέας τα βουνά ολημερίς γυρνούσε,
έτρωγ’ ανθρώπους, πρόβατα, κοπάδια από βόδια
και όλοι όταν μούγκριζε το έβαζαν στα πόδια.
Έφερνε μόνιμη απειλή τ’ αφανισμού το νόμο
και στη κοιλάδα του Διός έσπερνε φόβο, τρόμο!
Τότε ο ήρως Ηρακλής, άλκιμος γιός του Δία,
Νεμέα διατάχτηκε να πάει με τη βία
κι αφού σκοτώσει το θεριό μέσα σε λίγους μήνες
το ματωμένο σώμα του να φέρει στις Μυκήνες.
Σπαθί και τόξ’ ο Ηρακλής έχοντας οπλισμό
έφτιαξε κι ένα ρόπαλο από ελιάς κορμό
και πάνοπλος ξεχύθηκε να πιάσει το λιοντάρι
να το ξεκάνει γρήγορα, να πάρει το τομάρι.
Όμως ο λέων μ’ έπαρση και με αλαζονεία
ξέφευγε τριγυρίζοντας με άγρια μανία
τα βέλη δεν τον τρύπαγαν, ούτε και το σπαθί
το χτύπημα του ρόπαλου τον άφην’ απαθή.
Τότε ο γίγας Ηρακλής με φώτιση θεάς
το λέοντα παρέσυρε στο βάθος της σπηλιάς,
όπου αντρίκια πάλεψε σκληρά σώμα με σώμα,
κι αφού τον έπιασε καλά τον έριξε στο χώμα,
με δύναμη τον έπνιξε, με ζηλευτή ευχέρεια,
έχοντας μόνα όπλα του τα δυο γερά του χέρια.
Μετά με νύχι του θεριού του έσκισε το δέρμα
και του ’βγαλε τη λεοντή προτού να ρθεί το γέρμα.
Κι η λεοντή που έγινε καινούργια φορεσιά του
τόνιζε το παράστημα και κορμοστασιά του,
και θύμιζε τον άθλο του, τη ρώμη του κορμιού του,
των δυο χεριών του την ισχύ, τη δύναμη του νού του.
Κι ο Λέων πια αδύναμος και καταποντισμένος
με φήμη όμως ξακουστή και αίγλη φορτωμένος,
στο θόλο ξαναγύρισε του έναστρου ουρανού
στην έδρα του απόλυτου και άπειρου κενού,
ακίνητος και απλανής καρφώθηκε στα αστέρια
κι έχει της νύχτας τις σιωπές μοναδικά του ταίρια
αμίλητος και άπραγος, μέσ’ στη μελαγχολία
χωρίς να ’χει τον όλεθρο πλέον για ασχολία!
Στον ουρανό τον κέντησε του Μύθου το υφάδι
της τιμωρίας του κακού αιώνιο σημάδι!






