ΚΥΡΙΕΖΕ ΜΟΥ, ΟΠΩΣ ΕΛΕΓΕ ΚΙ Ο ΚΟΚΚΟΤΑΣ, ΜΗΝ ΤΑ ΞΑΝΑΛΕΜΕ. ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΣΑΣ. ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΕ ΤΥΠΟΥΣ ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΣΤΟΝ ΡΑΦΤΗ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΤΟΥΣ ΡΩΤΑΕΙ «ΔΕΞΙΟΣ Ή ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ», ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΝ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΝΝΟΕΙ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΙΜΗΣΕΙΣ ΤΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΣΕ ΠΟΙΑ ΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΟΥ ΠΑΡΚΑΡΟΥΝΕ ΤΑ ΚΙΟΛΙΑ. ΟΠΟΤΕ ΚΛΕΙΣΤΕ ΤΟ ΤΟ ΡΗΜΑΔΙ ΚΑΙ ΤΡΑΒΑΤΕ ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΑ ZARRA. Ή ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΣΕΛΕΜΕΝΤΕ ΤΗΣ ΒΕΦΑΣ. ΔΕΝ ΣΑΣ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΕΝ ΛΟΓΩ ΚΕΙΜΕΝΟ. ΟΥΤΕ ΕΣΑΣ ΟΥΤΕ ΟΣΟΥΣ ΑΚΟΥΝΕ ΜΠΑΡΜΠΡΑ ΣΤΡΕΪΖΑΝΤ ΚΑΙ ΚΛΑΙΝΕ ΜΕ ΑΝΑΦΙΛΗΤΑ ΟΤΑΝ ΠΑΙΖΕΙ ΤΟ «ΑΪ ΓΟΥΙΛ ΣΟΥΡΒΑΪΒ». ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ.

Λοιπόν. Κατ’ αρχάς πρέπει να ευχαριστήσω τον οικογενειάρχη και πάνω απ’ όλα άνθρωπο Γιώργη Χελάκη, που απέδειξε για μια φορά ακόμα πόσο κιμπάρης άντρας είναι. «Θα γράψεις για το σάιτ», μου λέει, «και για να δεις πόσο παραλής είμαι, δεν θα μου δίνεις φράγκο». «Είσαι σίγουρος, Γιώργη;», του λέω, «μήπως σε πιάνω κότσο;». «Δεν σηκώνω κουβέντα», μου απαντάει, «θα γράφεις και δεν θα δίνεις μία».
Να τα λέμε αυτά, διότι σε τέτοιες δύσκολες εποχές που διανύουμε έχουν εκλείψει οι αβέρτοι τύποι, οι χουβαρντάδες παλαιάς κοπής, που μπαίνανε στα μαγαζά και το γκαρσόνι το είχε καβατζωμένο το μπερμπουάρ. Και επειδή άρχισα με τον Βραζιλιάνο και τα χαρακτηριστικά του, σήμερα θα ασχοληθώ με μια άλλη απίστευτη πάστα ποδοσφαιριστή.

Τον… Ιταλό. Ο συμπαθής σε όλους Ιταλιάνος είναι ο καβλέας των γηπέδων, ο μπαλαδόρος που αν μπορούσε θα έβαζε στους ώμους του καθρεφτάκια -σαν πλατινιάρικο πενηντάρι καγκούρικο μπουρναζιώτικο παπί, από αυτά με την μπαντάνα στη μανέτα και τη σέλα αμερικάνικη σημαία-, για να βλέπει μην του χάλασε η φράτζα σε κάνα σκληρό μαρκάρισμα.

Ο Ιταλός είναι ο Ντόριαν Γκρέι των γηπέδων, ένας μόντελος του Βερσάτσε που έτυχε να έχει κλίση και ταλέντο στο τόπι, αλλά δεν ξεχνάει ποτέ ότι ο αρχικός προορισμός του και το απώτερο όνειρό του ήταν να περπατήσει με περίσσιο στυλ στις πασαρέλες του Μιλάνου. Ακόμα και οι φανέλες της εθνικής Ιταλίας είναι τόσο τσίτα για να φαίνονται τα κοιλιακά, που όλοι οι διεθνείς Ιταλοί μπαλαδόροι έχουν πίεση 18 μικρή και 26 μεγάλη και έτσι και βάλουνε κάνα κιλό σκίζονται εις τα εξ ων συνετέθησαν, σαν του γίγαντα Χαλκ Χόγκαν.

Βάρδα, όμως, και πιστέψεις ότι επειδή ο Ιταλός είναι φιλάρεσκος και «ο φράτζας ο ίδιος», παίζει χαλαρά και είναι η ποδοσφαιρική έκδοση του Λάκη του Γαβαλά στο χορτάρι (και εννοάω ότι ο βαρύς κι ασήκωτος Λάκης, που περπατάει και τα σούρνει, απλώς δεν ξέρει μπάλα και τίποτε άλλο, πονηρίδηδες, γιατί δεν είμεθα για μηνύσεις σε τέτοιες δύσκολες μέρες). Αυτό είχε πιστέψει και ένας πιτσιρικάς από τη Βραζιλία ονόματι Κέρλον, υπερταλέντο, με το προσωνύμιο «Φοκίνια» (από τη φώκια), για την ικανότητά του να σηκώνει την μπάλα, να την κοντρολάρει με το κεφάλι και χωρίς να του πέφτει (η μπάλα…) να περνάει όσους αντιπάλους γουστάρει.
Πήγε, λοιπόν, το παιδί στην Ιντερ να κάνει προπόνηση με τους μεγάλους. Και σηκώνει το τόπι και αρχίζει να περνάει κόσμο, μέχρι που ρίχνει ντόρτια και βρίσκεται μπροστά του ο Μάρκος ο Ματεράτσι, που τέτοια κορδελάκια δεν τα σηκώνει ούτε από την αδερφή του την ίδια (για του Ζιντάν δεν ξέρω). Και όπως κάνει τα γκελάκια του ο νέωψ, του κάθεται ο Μάρκος διπλή κλοτσά-γεράκι, σε καρωτίδα και καλάμι ταυτόχρονα, και βλέπει τον Χριστό φαντάρο κανονικό, να βαράει σκοπιά στον Εβρο, κουρεμένο, ξουρισμένο, κομβιωμένο και με άρβυλο-καθρέφτη.
Και στέλνουνε μετά στη μάνα του στο Μπέλο Οριζόντε τη νεφραμιά του -γιατί έτσι κάνουνε οι μαφιόζοι, δες καμιά ταινία-, με το σημείωμα «άμα ο γιόκας σου ξαναπάει να μας ξωπιτιλίσει, θα σου στείλουμε και τα δόντια του, που θα του τα βγάλουμε με το ταναλάκι, και μετά θα είναι πρώτη μούρη, με εκπομπή στο ιταλικό “Καφενείο των φιλάθλων”». Και στέλνουνε και τον ίδιο στην Κιέβο, μην πάθει καμιά σοβαρή ζημιά με τις βλακείες του…

Γιατί έτσι είναι, μάγκες, ο Ιταλός μπαλαδόρος. Μπορεί να τον βλέπεις και να νομίζεις ότι κάθε μέρα σκάει για ποτάκι στο «Λάμδα» και έχει χτίσει πετραδάκι πετραδάκι το «Sodade», μπορεί να μην ντρέπεται να κυκλοφορεί με τσαντάκι Louis Vuitton και να δείχνει πιο στησπού και από τον εθνικό σταρ, αλλά όταν μαρκάρει είναι με δάκρυα στα μάτια από τη συγκίνηση μέχρι κι ο Ζε Ελίας μαζί με τον Ποζαπαλίδη -τον παλιό του Απόλλωνα Αθηνών αν ενθυμείσθε, που πήγαινα Ριζούπολη με τον φίλο μου τον Αβράμη και περιμέναμε πότε θα του σκάσει κάνας αντίπαλος σακούλα, για να του δώσει στην επόμενη φάση ο τρισμέγιστος τη σπάλα στο χέρι.
Του Κώστα Σαλάπα* πηγή : Sportday (www.sday.gr)