Θα σας διηγηθώ μια ιστορία. Μοιάζει με χριστουγεννιάτικο παραμύθι, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινή. Διαδραματίστηκε τέτοιες μέρες πριν από αρκετά χρόνια, κάπου ανάμεσα σε Αθήνα, Κέρκυρα και Λονδίνο και αναδεικνύει δύο σπάνιες αρετές, που έχουν γίνει ακόμα πιο σπάνιες στην εποχή μας.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, όταν ο Ωνάσης ίδρυσε την Ολυμπιακή Αεροπορία, προσέλαβε βετεράνους πιλότους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, για να πετάξουν τα αεροπλάνα του επειδή στην Ελλάδα δεν υπήρχαν έτοιμοι αεροπόροι. Παράλληλα όμως, εκπαίδευε νεαρούς -ως συγκυβερνήτες- για να είναι έτοιμοι όταν οι «αλλοδαποί μισθοφόροι» αποχωρήσουν.
Μεταξύ των ξένων πιλότων υπήρχε κι ένας κοντός αδύνατος Βρετανός, περίπου 55 ετών με φακίδες, κοκκινοτρίχης, που περνούσε απαρατήρητος, επειδή ως προσωπικότητα ήταν αδιάφορος. Πήγαινε στο Ελληνικό, Χασάνι το λέγαν τότε, έκανε τη δουλειά του και μετά έφευγε χωρίς φίλους και παρέες.
Παραμονές Χριστουγέννων, λοιπόν, ένα κρύο και βροχερό μεσημέρι, έτυχε στο δρομολόγιο Αθήνα-Κέρκυρα-Αθήνα κυβερνήτης της Ντακότα να είναι ο Βρετανός Ρούντνεϊ, με συγκυβερνήτη τον νεαρό τότε και μετέπειτα κορυφαίο κυβερνήτη Ι. Φουντή. Λίγο πριν την απογείωση, ο αδιάφορος Βρετανός πιλότος πλησίασε τον νεαρό συγκυβερνήτη του και τον ρώτησε:
«Θα σας πείραζε κύριε συνάδελφε να πάτε εσείς το αεροπλάνο στην Κέρκυρα, επειδή το αεροδρόμιο του νησιού είναι δύσκολο στην προσέγγιση και ως Έλληνας το γνωρίζετε καλύτερα; Αναλαμβάνω εγώ την επιστροφή».
Ο Φουντής με χαρά ανέλαβε την αποστολή, περήφανος μάλιστα για την εμπιστοσύνη που του είχε δείξει ο κυβερνήτης του. Όλα κύλησαν ομαλά…

Λίγες μέρες αργότερα -ανήμερα τα Χριστούγεννα- Ρούντνεϊ και Φουντής έχουν προγραμματιστεί να πετάξουν την πτήση Αθήνα -Λονδίνο. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, οι δύο πιλότοι δεν αντάλλαξαν παρά ελάχιστες κουβέντες λόγω του απόμακρου χαρακτήρα του Βρετανού. Ώρες μετά, η Ντακότα προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο Χήθροου. Το πλήρωμα, πιλότοι, αεροσυνοδοί και φροντιστές πήραν τις αποσκευές τους και διασχίζοντας τις αίθουσες του διεθνούς λονδρέζικου αεροδρομίου, κατευθύνθηκαν προς την έξοδο όπου τους περίμενε το λεωφορείο της εταιρείας για να τους μεταφέρει στο ξενοδοχείο όπου και θα διανυκτέρευαν.

Καθώς το γκρουπ περπατούσε, διασταυρώθηκε αρκετές φορές με πληρώματα των βρετανικών αερογραμμών (British Airways). Oι Άγγλοι κυβερνήτες, συνομήλικοι του Ρούντνε, μόλις τον αντίκριζαν, στέκονταν σε στάση προσοχής και τον χαιρετούσαν στρατιωτικά, με πρωτοφανή σεβασμό. Εκείνος ανταπέδιδε σεμνά τον χαιρετισμό, απευθυνόμενος στον κάθε ένα ξεχωριστά με το όνομά του.
Ο Φουντής τα ‘χασε… Βλέποντας το θέαμα και τις τιμές που απέδιδαν οι ξένοι στον κυβερνήτη του, προσπαθούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Με το θράσος της ηλικίας του και την αθωότητα της νιότης πλησίασε έναν απ’ αυτούς και τον ρώτησε απορημένος το αυτονόητο. «Γιατί τόσες τιμές;»
Ο Άγγλος πιλότος, ένας πανύψηλος 60άρης με καψαλίσμενο από το τσιγάρο το μουστάκι του, τον κοίταξε υποτιμητικά και του είπε:
«Είσαι ο συγκυβερνήτης του Ρούντνεϊ και δεν ξέρεις ποιος είναι; Νεαρέ μου πρόκειται για έναν μεγάλο ήρωα. Χάρις σε αυτόν τελείωσε πιο γρήγορα ο πόλεμος.» Με την περιέργεια να φουντώνει πιο πολύ μέσα του, ο Φουντής ψέλλισε «Δηλαδή τι έκανε;»
«Άκουσε παιδί μου, στα μέσα του πολέμου ο Τσώρτσιλ διέταξε ένα σμήνος αυτοκτονίας της RAF να φύγει νύχτα από το Λονδίνο, να πετάξει μέχρι την καρδιά της Γερμανίας, να φτάσει μέχρι την κοιλάδα του ποταμού Ρουρ και να καταστρέψει βομβαρδίζοντας την πολεμική βιομηχανία των Ναζί. Εκεί κάτω από τρομακτική αντιαεροπορική κάλυψη, οι Γερμανοί κατασκεύαζαν όπλα, τανκς, οβίδες, νάρκες και σφαίρες. Το σμήνος πήγε, η αποστολή εξετελέσθη, τα εργοστάσια τινάχτηκαν στον αέρα, αλλά επέστρεψαν μόνο δύο αεροπλάνα. Τα υπόλοιπα καταρρίφθηκαν και οι πιλότοι τους βρήκαν τραγικό θάνατο. Ένας από τους δύο που επέζησαν ήταν ο Ρούντνεϊ. Η Μ. Βρετανία τον τίμησε με το παράσημο Victoria Cross, που είναι το υπέρτατο πολεμικό μετάλλιο…»
Αρκετά χρόνια αργότερα ο Φουντής μου διηγείται αυτή την απίστευτη ιστορία, πίνοντας το κρασάκι του σε μια ταβέρνα της Ν. Σμύρνης: «Σκέψου -μονολογεί- αυτός ο υπέροχος άνθρωπος που σε μια νύχτα έπαιξε τη ζωή του κορώνα γράμματα, πιλοτάροντας κάτω από απίστευτες συνθήκες, παρακάλεσε εμένα, τον νεαρό και άπειρο, να πάω μια Ντακότα μέχρι την Κέρκυρα επειδή… το αεροδρόμιο θεωρείται δύσκολο. Ήταν το υπέρτατο πρότυπο του επαγγελματία αεροπόρου και το πρότυπο του σεμνού ανθρώπου που δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν ούτε για τα κατορθώματά του, ούτε για τα μετάλλια του…» Όπως απλά και αθόρυβα ο Ρούντνεϊ πέταξε τα πρώτα χρόνια της Ολυμπιακής, το ίδιο απλά και αθόρυβα έφυγε λίγο αργότερα από την Ελλάδα. Θυμάμαι τον Φουντή δακρυσμένο… το δάκρυ αυτό όμως και η γνωριμία του με τον Ρούντνεϊ τον είχαν βοηθήσει να γίνει και αυτός ένας κορυφαίος αεροπόρος.
Οι δύο αρετές που αναδεικνύονται από αυτή την ιστορία είναι η σεμνότητα και η ταπεινότητα. Αναλογιστείτε: «πόσο συχνά τις συναντάμε σήμερα;»
Σήμερα στην κοινωνία υπάρχουν ένα σωρό κάλπικοι Ρούντνεϊ με ψεύτικα ή χωρίς καθόλου μετάλλια που το σύστημα τους προβάλλει καθημερινά, ενώ οι αυθεντικοί, οι λίγοι που υπάρχουν ανάμεσά μας, συνθλίβονται από έναν κόσμο άδειο, χωρίς αξίες που τους αφήνει στο περιθώριο…

* πηγή : κοντυλοφόρος