Η νομιμοποίηση των προσφορών επιτρέπει να παρουσιάζουν ορισμένες επιχειρήσεις τις εκπτώσεις ως προσφορές και οι καταναλωτές να μην μπορούν να καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει και τελικά πώς θα ψωνίσουν, υποστηρίζει το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών.

 “Από το 2005 έως τον Ιούλιο του 2009 απαγορεύονταν εκπτώσεις και προσφορές, 30 ημέρες πριν τις εκπτώσεις. Το 2009, όμως, χωρίς διαβούλευση με τους καταναλωτές η προηγούμενη κυβέρνηση άλλαξε το νόμο“, δηλώνεται χαρακτηριστικά από πλευράς ΚΕ.Π.ΚΑ.

Είμαστε αντίθετοι με αυτήν την αλλαγή, γιατί δημιουργεί ένα αλαλούμ στην αγορά. Ποια είναι η αρχική τιμή ενός προϊόντος, η τιμή πριν την προσφορά ή η τιμή της προσφοράς; Ποια τιμή ψάχνουμε στις βιτρίνες;”

Σύμφωνα με το νόμο 802/1978, 30 ημέρες πριν την έναρξη των εκπτώσεων, απαγορεύεται, στους υπεύθυνους των εμπορικών καταστημάτων, να ανακοινώνουν προς το κοινό εκπτώσεις, με οποιοδήποτε τρόπο, ιδίως με διαφήμιση, επιστολές ή ανάρτηση διαφημιστικών πινακίδων. Επιτρέπεται, όμως, να ανακοινώνουν προσφορές.

Η διάρκεια των προσφορών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 10 συνεχόμενες ημέρες και η ποσότητα των ειδών, σε προσφορά, απαγορεύεται να υπερβαίνει το 50% του συνόλου των ειδών, που διαθέτει το κατάστημα.

Όσον αφορά την αναγραφή των τιμών, στα είδη προσφοράς, ισχύουν οι ίδιοι κανόνες, που ισχύουν για τις εκπτώσεις (παλιά – νέα τιμή, σε εμφανές σημείο και οπωσδήποτε, στο σημείο έκθεσης των προϊόντων, σε προσφορά).

Τι συμβουλεύει το ΚΕ.Π.ΚΑ. για καλές και συμφέρουσες αγορές:

*Πριν ξεκινήσουμε για ψώνια προγραμματίζουμε τις αγορές μας, σύμφωνα με τις πραγματικές μας ανάγκες, για να μην πέσουμε θύματα της υπερκατανάλωσης. Όσο φθηνό και αν είναι κάτι, όταν δεν το χρειαζόμαστε, είναι περιττό και δεν έχουμε κανένα όφελος από την αγορά του.

*Οι καταστηματάρχες είναι υποχρεωμένοι να αλλάζουν τα ελαττωματικά προϊόντα που αγοράστηκαν την περίοδο των εκπτώσεων. Ο έμπορος μπορεί να αρνηθεί αλλαγή ελαττωματικού είδους, μόνο αν το προϊόν είναι σε τιμή προσφοράς εξαιτίας του συγκεκριμένου ελαττώματος και εφόσον έχει ενημερώσει σχετικά τον καταναλωτή, πριν την αγορά, με ανάλογη πινακίδα.

*Οι βιτρίνες των καταστημάτων δεν πρέπει να αλλάξουν, ώστε να είμαστε σε θέση να κάνουμε συγκρίσεις και σωστή επιλογή ειδών και τιμών. Η αλλαγή της βιτρίνας λόγω εκπτώσεων πρέπει να μας προβληματίζει γιατί πιθανότατα έχουν τοποθετηθεί υποβαθμισμένα προϊόντα ή έχουν αλλάξει οι θέσεις των εμπορευμάτων, ώστε να μην έχουμε σημεία αναφοράς για σύγκριση τιμών.

*Η αναγραφή της τιμής, που ίσχυε πριν τις εκπτώσεις και αυτής που προκύπτει μετά την έκπτωση, είναι υποχρεωτική. Δηλαδή κάθε είδος πρέπει να “φέρει” δύο τιμές ή την τιμή, που ίσχυε, πριν την έκπτωση και, στο ίδιο καρτελάκι, το ποσοστό της έκπτωσης. Στο σημείο αυτό, όμως, χρειάζεται προσοχή.

*Δεν πρέπει να επηρεαζόμαστε από τις διαφημίσεις. Οι ωραιοποιημένες εικόνες των εμπορευμάτων μπορούν να μας εξαπατήσουν.

*Πριν αγοράσουμε οτιδήποτε, πρέπει να κάνουμε έρευνα αγοράς, να συγκρίνουμε τιμές και ποιότητα προϊόντων, ώστε να επιλέξουμε σωστά.

*Προσοχή στις ενδείξεις ενιαίας έκπτωσης στις βιτρίνες των καταστημάτων. Τα ποσοστά της έκπτωσης αφορούν καθορισμένες κατηγορίες ομοίων προϊόντων και όχι όλο το εμπόρευμα του καταστήματος. Πολλές φορές στις βιτρίνες αναγράφονται υψηλά ποσοστά εκπτώσεων και χρησιμοποιούνται σαν “κράχτες”. Όταν, όμως, μπαίνουμε, στο κατάστημα, αντιμετωπίζουμε διαφορετικά ποσοστά, συνήθως πολύ μικρότερα.

*Αν αγοράζουμε προϊόντα, χρησιμοποιώντας δόσεις ή πιστωτική κάρτα, πρέπει να προσέχουμε κάθε λεπτομέρεια, για τους όρους, που διέπουν αυτή τη συναλλαγή.

*Απαιτούμε απόδειξη πληρωμής για κάθε αγορά μας. Η απόδειξη είναι απαραίτητη, αν παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα στο προϊόν που αγοράσαμε.

*Ελέγχουμε την ποιότητα και την προέλευση του είδους, που αγοράζουμε. Σύμφωνα με το ν. 2251/94 άρθρο 1, ο πωλητής οφείλει να παρέχει κάθε πληροφορία, σχετική με το προϊόν, που επιθυμούμε να αγοράσουμε.

*Αποφεύγουμε το συνωστισμό και τις ώρες αιχμής. Ανάμεσα στον πολύ κόσμο υπάρχουν και μερικοί, που σκοπεύουν να “ελαφρύνουν” το δικό μας πορτοφόλι.

Σύμφωνα με την Αγορανομική Διάταξη 14/89, για όλα τα είδη, που εκτίθενται, στις βιτρίνες των καταστημάτων, αναγράφεται, υποχρεωτικά σε πινακίδα η τιμή πώλησής τους.

Εξαιρούνται τα είδη, που η τιμή τους ξεπερνά τις 2.000 ευρώ ή τα είδη κοσμηματοπωλείου, που πωλούνται πάνω από 1.000 ευρώ.
*como.gr