Οργή και θλίψη με κατέλαβε, όταν πληροφορήθηκα τις δηλώσεις του Μητροπολίτη Κορίνθου, καθώς και το περιεχόμενο της επιστολής του προς τους αξιότιμους πολιτικούς εκπροσώπους πάσης Κορινθίας γης, από τα τοπικά ΜΜΕ πέριξ της εφαρμογής μιας δίκην Καλλικράτειας διάταξης, περί προσλήψεως και χειροτονιών ιερέων με βάση τη σχέση «πέντε αποχωρήσεις μία πρόσληψη».

Παπαφλέσσας
Είναι αυτονόητο, ότι η οργή και θλίψη μου αφορά τη διάταξη και όχι ασφαλώς τις δηλώσεις.
Δεν πρόκειται τώρα να αναφερθώ στην ανάληψη ευθύνης μιας αποκαλυπτόμενης πράξεως ομολογίας και χρέους εκ μέρους του Σεβ. Κορίνθου, σπεύδοντας να σημειώσω, ότι στους καιρούς των μεταρρυθμίσεων, των νέων διαρρυθμίσεων και τελικώς των απορρυθμίσεων, η εναντίωση εφαρμογής μιας παρόμοιας διάταξης μετά άλλων συναφών εθνοσωτηρίων – όπως συχνά –πυκνά, επικαλείται ο λαοφιλής Πρωθυπουργός μας « με τα πολλά λεφτά» – κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ως λάθος μέγα. ΄Ισως και για κάποιες προχωρημένες καταστάσεις, ως προδοσία των αρχών του Ιουστινιανού και των λοιπών αυτοκρατόρων περί εφαρμογής «του μέτρου» σε ό,τι αφορά τον αριθμό και τη συντήρηση του κλήρου!
Σίγουρα όμως ως οπισθοδρόμηση και αντίδραση.
Σημειώστε αυτά που αναφέρει με άλλα λόγια, εκείνο το αξεπέραστο πλάσμα Μαρία Ρεπούση με το άρθρο της «Η αποσιωπήσεις της διακήρυξης» (ΒΗΜΑ 26.10.2010).
Γράφει μεταξύ άλλων :
Κοινή βάση των πολιτικών παρεμβάσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι η αντίδραση σε κάθε αλλαγή που ενδέχεται να χρειάζονται η χώρα και οι πολίτες…η Εκκλησία δεν είναι απλά μία δύναμη που παρεμβαίνει στα πολιτικά πράγματα, είναι μία αντιδραστική δύναμη που συντάσσεται σε πολλές περιπτώσεις με την οπισθοδρόμηση.
Και αλλού:
Γιατί αυτή η συναίνεση; Γιατί η ελληνική πολιτεία της αναγνωρίζει το ρόλο του θεματοφύλακα του ελληνισμού;
΄Ετσι είναι Σεβασμιότατε!!
Πού ήταν η Εκκλησία και ποιοι οι αγώνες της σε καιρούς χαλεπούς της ρωμιοσύνης; Τι σημασία έχει εάν ένας Θεοτοκάς για παράδειγμα γράφει, ότι «η ευγνωμοσύνη του ελληνισμού προς την Εκκλησία είναι αστείρευτη και πανθομολογούμενη για τον ανεκτίμητο ιστορικό της ρόλο στους αιώνες του εθνικού κατατρεγμού»;
Τι σημασία έχει εάν ένας Παπαφλέσσας ή Γερμανός Καραβαγγέλης ή Χρυσόστομος Σμύρνης υπερασπίστηκαν τα δικαιώματα του ελληνισμού για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή του κάτω από ξένες κυριαρχίες;
Και αλήθεια, ποια σημασία έχει ,εάν επί 4 αιώνες ο καλόγερος πότιζε με τα δάκρυά του το ψαλτήρι, κάτω από το φως του λυχναριού μαθαίνοντας στο ελληνόπουλο « τα γράμματα, του Θεού τα πράγματα»;
Λεπτομέρειες και ιστορικά παρεπόμενα μπορεί να απαντήσει ένας πεφωτισμένος του σιναφιού, μπροστά στην ανάγκη ιστορικής αναπροσαρμογής σήμερα της Εκκλησίας.
Ας κάνουμε την παραχώρηση.
Σύμφωνοι κατ΄αρχήν. Να ξαναβρεί λοιπόν η Εκκλησία τις βαθύτερες πηγές της πνευματικότητάς της, να γίνει πάλι εστία έντονης και γνήσιας πνευματικής ζωής, να συζητήσει ιδέες, να λύσει προβλήματα συνειδήσεων, να προσφέρει υψηλά πρότυπα πίστης και αρετής, να βοηθήσει τους σύγχρονους ανθρώπους να δώσουν ένα νόημα στην ύπαρξή τους για να ξεχωρίσουν το καλό από το κακό.
Αλλά με ποια μέθοδο και πολιτική; Με αυτήν της κ. Ρεκούση και του κ. Ραγκούση;
Μια πολιτική δηλαδή και κατά την άποψή μου, κακόβουλων, συνεχών και μεθοδευμένων επιθέσεων κατ΄ Εκείνης που δεν είναι «εκ του κόσμου τούτου» αλλά «εν τω κόσμω τούτω» με ότι αυτό συνεπάγεται.
Μια πολιτική ευτελισμού Εκείνης και των λειτουργών της. Τελείας απαξίωσης και καταρράκωσής τους με χολερικές και ανυπόστατες αναφορές. Με επιχειρήσεις κατασυκοφάντησης και διασυρμού της, διαπόμπευσης θα έλεγα, με πλήρη περιθωριοποίηση της αποστολής της. Εκμηδενισμού των θυσιών, των αγώνων και του έργου της. Διαγραφής της γενικότερης προσφοράς της αδιακρίτως προς τον άνθρωπο, αλλά και ειδικότερης συνεισφοράς της ακόμη και στα δημόσια οικονομικά για τα χάλια των οποίων μάλιστα εγκαλείται.
΄Αρνησης διατύπωσης της γνώμης της επί μειζόνων θεμάτων.
Υποβιβασμού τώρα και μέχρι τώρα των θρησκευτικών λειτουργών της, εκείνων που ασκούν λατρευτικά καθήκοντα και μάλιστα στο υψηλότερο επίπεδο της θυσίας, στο παντελώς άσχετο επίπεδο του δημοσίου υπαλλήλου ή κατ΄άλλη διατύπωση, ότι «το επιτελούμενο ποιμαντικό και κοινωνικό έργο του εφημεριακού κλήρου ως θρησκευτικών λειτουργών, δεν έχει καμία διάσταση δημοσιοϋπαλληλικού χαρακτήρα».
Δεν σημαίνουν τα προηγούμενα, ότι τα περί την αγίαν Εκκλησίαν είναι όλα άγια. Ωστόσο όλα τα προηγούμενα, αποτελούν μερικά παραδείγματα ενός συνόλου αγρίων και βίαιων επιθέσεων (που έρχεται από παλιά) εναντίον της με προφανή σκοπό το χωρισμό κράτους και εκκλησίας. Θα πρόσθετα και τη «διευκόλυνση» των αρχών της παγκοσμιοποίησης.
Και όλα αυτά, κάτω από την απειλή του αναπτυσσόμενου ισλαμικού τόξου, απέναντι του οποίου αντιπαρατάσσουμε τις πάνω από 800 κενές θέσεις ιερέων – μαχητών της πίστης μας.
Στοιχεία δηλαδή που θα επέβαλαν την καθιέρωση κινήτρων για την προσέλευση στις τάξεις του ιερού κλήρου αντί των όσων μεθοδεύονται.
Προς εκείνη την κατεύθυνση και προκειμένου να εφαρμοστεί πλήρως η Καλλικράτειος διάταξη, οι σχετικές προσλήψεις ιερέων, θα μπορούσαν μάλιστα, να διενεργούνται και μέσω ΑΣΕΠ με καθιέρωση αντιστοιχίας βαθμού δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας και βαθμού ιεροσύνης.
Π.χ. Διάκονος -κλητήρας, Ιερέας -εισηγητής, Αρχιμανδρίτης-τμηματάρχης κλπ.
Καλλικράτης λοιπόν.
Ας ερημώσουν οι Εκκλησίες και ας σιγήσουν τα σήμαντρα. Ας καθιερωθεί η αποστολή ειδικών προσκλητηρίων-με κούριερ- στους πιστούς για την προσέλευσή τους στις λειτουργίες κλπ.
Ας γίνουν ρημαδιό τα χωριά και οι λαθρομετανάστες της πίστης μας ας κουρνιάσουν στις άδειες φωλιές της αγάπης.
΄Οσοι φλέγονται από το ιερό πάθος για να ντυθούν το τιμημένο ράσο, μπορούν να εγγράφονται στη λίστα αναμονής για χειροτονία. ΄Αλλοι, μπορούν να γίνουν ειδικοί ληξίαρχοι ζώντων τε και τεθνεώτων αποχωρούντων για να υπολογίζουν το χρόνο των υπηρεσιών τους, ενώ οι υποψήφιες παπαδιές θα κηρυχθούν είδος προς εξαφάνιση.
«Ταμείο» τώρα:
΄Οσα δεν κατάφερε ο Τούρκος δυνάστης στα 400 χρόνια σκλαβιάς, το κατάφερε μία Τρόϊκα και μία κυβέρνηση με τέσσερις αράδες μνημονίου.
Το λάθος μας ήταν, ότι τους εμπιστευθήκαμε. Το λάθος τους είναι, ότι δε μας εμπιστεύθηκαν.
Άρθρο του Αντώνη Γ. Κουκουλά