Ο Στέλιος Παρλιάρος μίλησε στο περιοδικό «People» και αποκάλυψε τις δύσκολες στιγμές που πέρασε στο παρελθόν, αλλά και κάποιες άλλες ευτυχισμένες, κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων.


Γιατί ασχολήθηκες με τη ζαχαροπλαστική και όχι με τη μαγειρική;
«Από παιδί είχα το μικρόβιο της δημιουργίας. Είχα και το ερέθισμα από τη μητέρα μου, που ήταν όλη μέρα στην κουζίνα και μαγείρευε, κι έτσι ξεκίνησα να φτιάχνω κάποια γλυκά. Η μαγειρική ποτέ δεν με συγκίνησε, ενώ τη ζαχαροπλαστική την ερωτεύτηκα στα 18 μου. Όταν τέλειωσα το σχολείο, γράφτηκα σε μια σχολή όπου έκανα σχέδιο και, παράλληλα, ήμουν στου Παπασπύρου, όπου έκανα τα πρώτα μου βήματα. Θυμάμαι, το πρώτο μου γλυκό ήταν μια τούρτα σοκολάτα. Την ετοίμαζα όλη μέρα –γιατί ήταν παραγγελία ενός κυρίου που θα την έπαιρνε το απόγευμα– και, όταν την τελείωσα και την πήγαινα στο ψυγείο, μου γλίστρησε και έπεσε πάνω στον τοίχο. Τώρα που το λέω γελάω, αλλά τότε είχα σοκαριστεί».

Έχεις ευτυχισμένες εικόνες από την παιδική σου ηλικία;
«Πολλές. Γεννήθηκα στην Κωνσταντινούπολη και έμεινα εκεί μέχρι την Δ’ δημοτικού, γιατί στο σχολείο μαζί με τα ελληνικά κάναμε και τουρκικά μαθήματα. Εγώ, λοιπόν, σε κάθε τάξη έμενα μετεξεταστέος μόνο στα Τουρκικά. Δεν μπορούσα να τα μάθω με τίποτα! Γι’ αυτό και οι δικοί μου αποφάσισαν να με στείλουν στην Ελλάδα, να τελειώσω εδώ το σχολείο. Έτσι, από την Κωνσταντινούπολη εγκαταστάθηκα στον Άγιο Παντελεήμονα Αχαρνών».

Ήταν δύσκολη αυτή η μετάβαση;

«Όταν ήρθα εδώ, τα παιδιά στο σχολείο με φώναζαν ”τουρκόσπορο” και με ρωτούσαν αν είχα στο σπίτι μου ρεύμα, γιατί θεωρούσαν πως η Πόλη ήταν το χωριό του χωριού. Αλλά δεν με ένοιαζε, δεν το αντιμετώπιζα ως ρατσισμό. Είχα πάθος να γνωρίσω την Ελλάδα. Τελικά, κατάφερα να μάθω Τουρκικά από τα ταξίδια που έκανα στην Κωνσταντινούπολη κάθε καλοκαίρι, Χριστούγεννα και Πάσχα».

Δεν ήσουν πολύ μικρός στα 23 σου, για να ανοίξεις το δικό σου κατάστημα;
«Πολύ μικρός! Δεν είχα καθόλου εμπειρία, αλλά με βοήθησε πολύ ο πατέρας μου –ο οποίος ήταν εμπορικό μυαλό– να το ανοίξω. Έτσι, έγινε το πρώτο μου κατάστημα, στην οδό Αναγνωστοπούλου. Το ’82, λοιπόν, ξεκινάει μια τεράστια επιτυχία. Ο κόσμος αρχίζει να σχηματίζει ατέλειωτες ουρές σε όλο το Κολωνάκι, κι εγώ ήμουν ένα παιδί, χωρίς προσωπικό, που δούλευε όλη μέρα. Μέχρι και τα ανίψια μου, που ήταν 3 χρόνων, τα έβαζα να κάνουν ταρτάκια. Το εργαστήριό μου ήταν πολύ μικρό – να φανταστείς τους κουραμπιέδες τούς φτιάχναμε στο πεζοδρόμιο. Όλος αυτός ο ενθουσιασμός άρχισε να μεγαλώνει. Τότε ήταν που μου ζήτησαν να κάνω franchise και μπήκα σε ένα πολύ άσχημο λούκι».

Αντιμετώπισες οικονομικά προβλήματα εκείνη την περίοδο;
«Τεράστια! Το ’85, ανοίγω το μαγαζί στη Μύκονο και αμέσως μετά το μεγάλο μαγαζί στη Σέκερη, το οποίο, παρά τη μεγάλη του επιτυχία, θεωρήθηκε πολύ γκουρμέ και πολύ ξένο για την τότε Αθήνα. Εκείνη την εποχή πολλά μαγαζιά άνοιξαν με franchise, και τότε ήταν που άρχισαν τα μεγάλα προβλήματα για μένα. Αν ήταν άλλος στη θέση μου, μπορεί να είχε τρελαθεί. Είχα πολλά χρέη, εκκρεμούσαν πολλά δικαστήρια προς την εφορία, προς το ΙΚΑ, χρωστούσα παντού. Δεν υπήρχε κανένας έλεγχος στην εταιρεία. Ξέρεις, εγώ ήμουν ο δημιουργός, αλλά έλειπε ο επιχειρηματίας».
Zougla.gr