Ήταν κάποτε δυο αχώριστα αδερφάκια, η Θένια και ο Πάνος. Μαζί είχαν φτιάξει ένα γλυκύτατο μαγαζί, που κάθε του γωνιά μύριζε σοκολάτα βουτύρου. Τα αδέρφια αγαπούσαν πάρα πολύ τη δουλειά τους, μα περισσότερο αγαπούσαν τους πελάτες, όταν, γεμάτοι χαρά, δοκίμαζαν τον καφέ και τα γλυκά τους.

Άντρες, γυναίκες, παιδιά, γατιά, όλοι έμοιαζαν τόσο ευτυχισμένοι μέσα στο Καφέ τους! Παρατήρησαν όμως πως, σαν έφευγαν, άφηναν πίσω κάθε χαμόγελο ευτυχίας και συνέχιζαν μελαγχολικοί.

Ήταν τότε που τ’ αδερφάκια κατάλαβαν πως τα γλυκά τους προσφέρουν μόνο λίγη ευτυχία στη ζωή των ανικανοποίητων ανθρώπων. Έτσι, λοιπόν, πήραν τη μεγάλη απόφαση: να φτιάξουν μια συνταγή, που θα έκανε τους ανθρώπους ευτυχισμένους μια για πάντα!

Έκλεισαν τις βαριές κουρτίνες του Καφέ και άρχισαν δουλειά. Οι μέρες περνούσαν και το Καφέ έμενε κλειστό. Κι εκεί που ο κόσμος πίστεψε πως δεν θα λειτουργούσε ποτέ ξανά, οι κουρτίνες ανοίγουν! Η Θένια και ο Πάνος βγαίνουν έξω στο πλήθος που είχε μαζευτεί και λένε: «Ελάτε όλοι σε δυο μέρες και θα γίνετε ευτυχισμένοι για πάντα!».

Ήταν αλήθεια, η συνταγή της ευτυχίας ήταν πια έτοιμη. Το μυστικό βρισκόταν κάπου μεταξύ κρέμας ζαχαροπλαστικής και φαρίν λακτέ. Σοκολάτες και σοκολατάκια, μπισκότα και κουλουράκια, όλα μαγειρεύτηκαν με τη συνταγή αυτή.

Οι δυο μέρες πέρασαν κι οι πόρτες του Καφέ άνοιξαν, για ν’ αλλάξουν τη ζωή των ανθρώπων. Όλοι ανυπομονούσαν να δοκιμάσουν τα γλυκά τους. Άπλωναν τα χέρια τους και καταβρόχθιζαν όσα περισσότερα μπορούσαν, προκειμένου να χορτάσουν ΕΥΤΥΧΙΑ.

Η Θένια και ο Πάνος δεν πίστευαν στα μάτια τους. Ο κόσμος τελικά, έφυγε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ευτυχίας και τ’ αδερφάκια έμειναν με μια κρυφή φοβία, τη φοβία της επόμενης ημέρας.

Από κείνη την ημέρα και για πολλές ακόμη – και γι’ ακόμη περισσότερες – όλοι παρέμειναν ευτυχισμένοι. Ο ευτυχισμένος κόσμος ήταν, όμως, συνέχεια ευτυχισμένος. Σε γάμους και βαφτίσια, σε γραφεία και σχολεία, αλλά και σε νοσοκομεία και κηδείες!

Τ’ αδερφάκια άρχισαν ν’ ανησυχούν. Είχαν καταδικάσει τους ανθρώπους σε μια αβάσταχτη, αιώνια ευτυχία! Γέμισαν τη ζωή τους με τόση ΖΑΧΑΡΗ, που δεν υπήρχε πλέον χώρος για ΑΛΑΤΙ! Όλοι ζούσαν την ευτυχία της ασυναίσθητης αποτυχίας τους!

Η Θένια και ο Πάνος, όμως, είχαν κι άλλα προβλήματα ν’ αντιμετωπίσουν. Μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, όπως η «Μπισκοτέλα» και η «Τουρτέξ», βομβάριζαν μέρες την πόρτα του Καφέ, για ν’ αποκτήσουν τη μυστική συνταγή της ευτυχίας και μ’ αυτή να φτιάξουν γλυκά για όλο τον κόσμο.

Ήταν τότε που τα αδερφάκια βάλθηκαν να καταστρέψουν όλα τα γλυκά τους! Ξεκίνησαν να χύνουν τις σοκολάτες, να καρβουνιάζουν τα μπισκότα και να παραψήνουν όλα τα κουλουράκια!

Οι εταιρείες χτυπούσαν ακόμη πιο δυνατά την πόρτα του Καφέ. Τα αδερφάκια δυνάμωσαν περισσότερο τους φούρνους. Τελικά, η πόρτα σπάει και μια στρατιά από κουστουμαρισμένους εκπρόσωπους των εταιρειών τα περικυκλώνουν. Η Θένια κοιτάζει γύρω της και με ανακούφιση βλέπει πως δεν υπήρχε τίποτα να μην είναι λιωμένο ή καμένο. Τίποτα, εκτός από ένα τελευταίο κουλουράκι σοκολάτας, ξεχασμένο δίπλα στη μηχανή του εσπρέσο. Ο Πάνος τρέχει με αγωνία να το προλάβει πρώτος, το αρπάζει, αλλά οι εταιρικοί αντιπρόσωποι τον πιάνουν. Απεγνωσμένος, πετάει το τελευταίο κουλουράκι απ’ το παράθυρο του Καφέ. Το κουλουράκι πέφτει κι αρχίζει να κυλάει απ’ το Καφέ, μέχρι που χτυπάει πάνω σ’ ένα πλατύσκαλο και σταματάει. Το ταλαιπωρημένο κουλουράκι άνοιξε στη μέση και χύθηκε ολόκληρη η γέμιση σοκολάτας του.

Ξαφνικά ο τόπος όλος μύρισε ευτυχία, οι άνθρωποι δεν άργησαν να έρθουν, να ορμήσουν πάνω του και να φάνε με λύσσα μέχρι και το τελευταίο τρίμμα του.

Έτσι, όμως, είναι οι ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Τυφλώνονται από τη λάμψη της ευτυχίας και δεν τη βλέπουν που στέκεται στο διπλανό καναπέ, ανάμεσα στους φίλους τους, που τους καλημερίζει απ’ το απέναντι τραπεζάκι, όταν πίνουν τον πρώτο τους πρωινό καφέ.

Έτσι είναι οι ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Πιστεύουν πως η ευτυχία βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά τους, κρυμμένη στα πιο απίθανα μέρη. Ακόμη και σ’ ένα κουλουράκι σοκολάτας!

Υ.Γ. Καλή επιτυχία στη συνταγή και να θυμάστε πως, η ΕΥΤΥΧΙΑ είναι η χημεία ψυχής, σκέψης, δύναμης!

Από τον «Ρεπόρτερ» της Κορινθίας (6 Απριλίου 2007)