Σημαντικό όπλο στην καταπολέμηση διάφορων μορφών καρκίνου του αίματος αναμένεται να παίξει μελλοντικά η τροποποιημένη βερσιόν του ναρκωτικού των clubbers, του ecstasy…

Παλαιότερη έρευνα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι μορφές καρκίνου που επηρεάζουν τα λευκά αιμοσφαίρια ανταποκρίνονται καλά στις ψυχοτρόπες ουσίες, συμπεριλαμβανομένου του ecstasy, των αδυνατιστικών χαπιών και των αντικαταθλιπτικών. Τώρα επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ κατάφεραν να παρασκευάσουν μια παραλλαγή του ecstasy, η οποία αποδείχτηκε εκατό φορές πιο αποτελεσματική στην καταπολέμηση των καρκινικών κυττάρων της λευχαιμίας, του μυελώματος και του λεμφώματος.

Το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν μέχρι πρότινος οι ειδικοί ήταν ότι για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων μορφών καρκίνου απαιτούνταν μεγάλες δόσεις ecstasy, οι οποίες θα απέβαιναν μοιραίες για τους ασθενείς. Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Δυτικής Αυστραλίας, τροποποίησαν χημικά τη ναρκωτική ουσία αφαιρώντας κάποια άτομα και αντικαθιστώντας τα με νέα. Μία από αυτές τις παραλλαγές αποδείχτηκε ότι εκατονταπλασίαζε την αποτελεσματικότητά της και από εκεί που απαιτούνταν 100 γραμμάρια του μη τροποποιημένου ecstasy για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος, πλέον αρκούσε μόνο ένα γραμμάριο. Οι ειδικοί ανακάλυψαν επιπλέον ότι με αυτόν τον τρόπο μειωνόταν η τοξική δράση του φαρμάκου στον εγκέφαλο, ενώ εκτιμούν ότι αυτό επιτίθεται στις μεμβράνες των καρκινικών κυττάρων, τις «μαλακώνει» και τις διασπά ευκολότερα, με αποτέλεσμα να τα σκοτώνει άμεσα.

«Στη λευχαιμία, το λέμφωμα και το μυέλωμα, εκεί που δοκιμάσαμε τις νέες αυτές ουσίες, καταφέραμε σε κάποιες περιπτώσεις να εξαφανίσουμε 100% τα καρκινικά κύτταρα» δήλωσε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ και επικεφαλής της έρευνας Τζον Γκόρντον, ο οποίος χαρακτήρισε τα αποτελέσματα της μελέτης άκρως αποτελεσματικά.

Τα πειράματα της ερευνητικής ομάδας πραγματοποιήθηκαν σε δοκιμαστικούς σωλήνες και οι ειδικοί εκτιμούν ότι η ανάπτυξη οποιασδήποτε θεραπείας απέχει τουλάχιστον μια δεκαετία, καθώς πρέπει να μεσολαβήσουν εκτενείς έρευνες πριν από τη δοκιμή της σε ζώα και στη συνέχεια σε ασθενείς.

Espressonews.gr