Μια από τις σοβαρότερες παθογένειες που οδήγησαν την Ελλάδα στη σημερινή εθνική κατρακύλα, είναι φυσικά η χαμηλή ποιότητα της δημοσιογραφίας στη χώρα μας.


Και επειδή η δημοσιογραφία σαν λειτούργημα… δεν μας φταίει σε τίποτα, το πρόβλημα εστιάζεται σε εκείνους που την ασκούν.

Αφήστε λίγο τη μνήμη σας να ταξιδέψει πίσω στον χρόνο. Ας πούμε, στο 1989. Το 1990. Τότε που η ιδιωτική τηλεόραση έκανε την εμφάνισή της, και όλοι την υποδεχτήκαμε εν χορδαίς και οργάνοις, προσδοκώντας σε πλουραλισμό, νέες ιδέες και ενίσχυση του προοδευτικού προσανατολισμού της χώρας μας.

Από τότε μέχρι σήμερα πέρασαν περισσότερα από είκοσι χρόνια. Και όμως, στα κεντρικά πόστα, στα δελτία ειδήσεων, στις λεγόμενες «σοβαρές» ενημερωτικές εκπομπές, στα κύρια άρθρα των εφημερίδων, βλέπεις, ακούς και διαβάζεις τους ίδιους δημοσιογράφους.

Κάτι που δεν θα ήταν απαραιτήτως αρνητικό, αν δεν είχαν οι ίδιοι καταστεί παρωχημένοι από τις εξελίξεις. Ξεπερασμένος λόγος, φθαρμένες αντιλήψεις, ταύτιση και όχι κριτική απέναντι στην εξουσία, αδυναμία ουσιαστικής ανάλυσης των γεγονότων, και εμβάθυνσης στην ουσία τους.

Το ερώτημα λοιπόν προκύπτει αβίαστα: Πότε θα βγουν στη σύνταξη, όλοι αυτοί οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης; Πότε θα σταματήσουν να προσπαθούν να παραμένουν στην επικαιρότητα, να μοιάζουν χρήσιμοι και χρηστικοί, ανεξαρτήτως της προφανούς αδυναμίας τους να αντιληφθούν με επάρκεια τις σύγχρονες εξελίξεις;

Το ερώτημα μάλιστα καθίσταται κάθε άλλο παρά ρητορικό, επειδή στην περίπτωση αυτών των δημοσιογράφων, η κοινή λογική έχασε, και μάλιστα πανηγυρικά. Η τηλεθέαση και η ακροαματικότητα των εκπομπών τους συρρικνώθηκε, η κυκλοφορία των εφημερίδων συμβαδίζει με τον… ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, η κοινωνική απαξίωση που αντιμετωπίζουν, θα έκανε άλλους επαγγελματίες να απομακρυνθούν από το προσκήνιο. Αλλά εκείνοι, νομίζουν ότι βρέχει…

πηγή*