Ημέρες της κρίσης του 2008

ξαναζεί ο παγκόσμιος τραπεζικός κλάδος. Οι εντάσεις στη διατραπεζική αγορά φανερώνουν την απροθυμία των τραπεζών να δανείσουν ακόμα και η μία την άλλη. Με ένα μεγάλο κομμάτι του τραπεζικού κλάδου να δυσκολεύεται να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση που χρειάζεται, ακόμα και για τις καθημερινές δραστηριότητές, του και με την έλλειψη δολαρίων στο σύστημα να χτυπά προειδοποιητικά καμπανάκια, το κόστος ασφάλισης έναντι του ενδεχόμενου χρεοκοπίας των ευρωπαϊκών τραπεζών αγγίζει νέο ρεκόρ.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον καχυποψίας και φόβου, ευδοκιμούν φήμες και σενάρια που απειλούν να γίνουν αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Ο γαλλικός κολοσσός Société Générale παλεύει, μέρα με τη μέρα με την καταστροφική φημολογία. Οι ιταλικές τράπεζες αρχίζουν να προβληματίζουν. Ενώ, ακόμα και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Bank of America δίνει μια άνιση μάχη επιβίωσης απέναντι σε φήμες, κερδοσκόπους και τυφλές δυνάμεις της αγοράς.
Η απώλεια της εμπιστοσύνης, στο παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους. Τα credit default swaps των ευρωπαϊκών τραπεζών (δηλαδή, τα συμβόλαια που ασφαλίζουν έναντι του ενδεχόμενου χρεοκοπίας) άγγιξαν την τελευταία εβδομάδα νέο ιστορικό ρεκόρ. Το βασικό επιτόκιο στη διατραπεζική αγορά του Λονδίνου (με βάση το οποίο υπολογίζεται το κόστος δανεισμού χρηματοοικονομικών προϊόντων συνολικού ύψους 350 τρισ. δολαρίων σε όλο τον κόσμο) βρίσκεται σε ένα σερί ανόδου, που ξεπερνά τις 20 συνεχόμενες συνεδριάσεις και πλέον κυμαίνεται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων έξι μηνών.
Οι εμπλεκόμενοι στις αγορές αμφισβητούν ξεκάθαρα την ικανότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών να αντέξουν μία ακόμα αναδιάρθρωση χρέους, την ώρα που το ένα μετά το άλλο τα μεγάλα ονόματα του κλάδου ανακοινώνουν διαγραφές αξίας πολλών εκατομμυρίων ευρώ, εξαιτίας της συμμετοχής τους στο πρόγραμμα για την εθελοντική ανταλλαγή των ελληνικών ομολόγων, στο πλαίσιο του δεύτερου πακέτου διάσωσης.
Ακόμα πιο άμεσος, όμως, είναι ο φόβος για πιθανό «πάγωμα» της αγοράς χρηματοδότησης. Οι τράπεζες των χωρών που θεωρούνται προβληματικές, αντιμετωπίζουν σαφή δυσκολία να βρουν δανεικά. Ενώ και εκείνες που αντιμετωπίζονται ως ασφαλέστερες, διαπιστώνουν ότι η διαθέσιμη χρηματοδότηση μέσω της διατραπεζικής αγοράς είναι ακριβότερη και πιο βραχυπρόθεσμη. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι οι γαλλικές τράπεζες δυσκολεύονται να δανειστούν πέραν του overnight.
Ο Μπερτ Μπρούγκινκ, οικονομικός διευθυντής της Rabobank, της ολλανδικής τράπεζας που αποτελεί έναν από τους λίγους παίκτες του κλάδου με αξιολόγηση ΑΑΑ και από τους τρεις οίκους, δεν δίστασε να μιλήσει επωνύμως για την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά. Με δηλώσεις του στη Wall Street Journal παραδέχτηκε ότι ο όμιλός του απέρριψε αιτήματα χρηματοδότησης που δέχτηκε από τράπεζες της Νότιας Ευρώπης -όπως από την Ισπανία. «Έχουμε γίνει πιο απρόθυμοι τις τελευταίες εβδομάδες. Τώρα, εξετάζουμε ακόμα πιο λεπτομε- ρώς τα δεδομένα πριν δώσουμε τέτοια δάνεια», είπε. Η χονδρική αγορά χρηματοδότησης θυμίζει την περίοδο του 2008, όταν μετά τη χρεοκοπία της Lehman Brothers, σχεδόν έκλεισε. «Γι’ αυτό είναι καιρός οι Ευρωπαίοι ηγέτες να δράσουν. Είναι οι μόνοι που μπορούν να δώσουν τέλος σ’ αυτή την κρίση», δηλώνει ο οικονομικός διευθυντής της Rabobank.
Οι αναλυτές της Morgan Stanley συμφωνούν: Και καλούν τους Ευρωπαίους ηγέτες να ενεργοποιήσουν ξανά ένα πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων για τα τραπεζικά ομόλογα, όμοιο με εκείνο που χρησιμοποιήθηκε μετά την κατάρρευση της Lehman. Ο οίκος υπολογίζει ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν καλύψει κατά 90% τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες για το 2011, καθώς έσπευσαν να εκμεταλλευτούν τις ευνοϊκές συνθήκες που επικράτησαν στην αγορά κατά τους πρώτους μήνες του έτους, για να δανειστούν μεγάλα ποσά. Οι ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων παραδοσιακά κλείνουν τον Αύγουστο. Όμως, έπειτα από τις δυσκολίες που σημειώθηκαν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, δεν είναι λίγοι οι παράγοντες της αγοράς που φοβούνται ότι και ο Σεπτέμβριος θα τις βρει κλειστές!
Εάν οι τράπεζες διαπιστώσουν σε λίγες ημέρες, ότι αδυνατούν να αντλήσουν τη χρηματοδότηση που χρειάζονται για τις καθημερινές λειτουργίες τους, τότε, η παγκόσμια κρίση θα πάρει μία εντελώς νέα μορφή. «Πιστεύω ότι οδεύουμε προς ένα σοκ στις αγορές το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο, το οποίο δεν θα μοιάζει σε τίποτα με όσα έχουμε δει έως τώρα», δηλώνει στην Telegraph ανώτερο στέλεχος κορυφαίου ευρωπαϊκού τραπεζικού ομίλου.
Οι πρώτες ανησυχητικές ενδείξεις είναι ήδη εδώ. Αδύναμες να βρουν άλλες πηγές χρηματοδότησης, οι ιταλικές τράπεζες σχεδόν διπλασίασαν τον προηγούμενο μήνα τον δανεισμό τους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα: Έφτασε τα 80 δισ. ευρώ, στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων τεσσάρων ετών τουλάχιστον. Αντί να δανείζουν η μία την άλλη μέσω της διατραπεζικής αγοράς, οι ευρωπαϊκές τράπεζες προτιμούν να «παρκάρουν» ασυνήθιστα υψηλά ποσά από τα μετρητά που διαθέτουν σε καταθέσεις στην ΕΚΤ, οι οποίες πληρώνουν σαφώς χαμηλότερα επιτόκια, αλλά θεωρούνται πολύ ασφαλέστερες.
Έτσι, τις τελευταίες εβδομάδες διαπιστώνεται αυξημένη χρήση του μηχανισμού έκτακτης χρηματοδότησης της ΕΚΤ εκ μέρους των τραπεζών. Κυρίως, την προσοχή όλων τράβηξε η άγνωστη έως τώρα ευρωπαϊκή τράπεζα που αναγκάστηκε προ ημερών να δανειστεί δολάρια συνολικού ύψους 500 εκατ. από την ΕΚΤ. Ήταν η πρώτη φορά που η ΕΚΤ δέχτηκε ένα τέτοιο αίτημα, εδώ και έξι μήνες. Με αποτέλεσμα, η αγορά να θεωρήσει ότι κάποια συγκεκριμένη τράπεζα αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας. Η συζήτηση γύρω από την ταυτότητα της τράπεζας που βρέθηκε σ’ αυτή τη θέση φούντωσε αμέσως. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η έλλειψη δολαρίων στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, έχει αρχίσει να λαμβάνει ευρείες και ανησυχητικές διαστάσεις.
Η απόφαση της Federal Reserve να εντείνει τους ελέγχους στις θυγατρικές ευρωπαϊκών τραπεζών που λειτουργούν στις ΗΠΑ, όχι μόνο δεν βοήθησε το κλίμα, αλλά, αντίθετα, ενέτεινε την καχυποψία στην αγορά.
Σ’ αυτό το περιβάλλον, τα αμερικανικά αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων, που αποτελούν βασική πηγή χρηματοδότησης για τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες, άρχισαν να μειώνουν την έκθεσή τους στον κλάδο, με το φόβο ζημιών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Fitch, οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχασαν χρηματοδότηση έως 30 δισ. δολαρίων, από αυτή την πηγή, έως τα τέλη Ιουλίου. Το φαινόμενο ασφαλώς εντάθηκε τον Αύγουστο.
Οι πιο ψύχραιμοι τονίζουν ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι σήμερα κεφαλαιακά ισχυρότερες, από ό,τι ήταν όταν ξεκίνησε η χρηματοοικονομική κρίση του 2008. Τα στοιχεία της Citigroup δείχνουν ότι ακόμα και εκείνες που προβληματίζουν περισσότερο την αγορά, όπως η ιταλική UniCredit και η γαλλική Société Générale, βρίσκονται σε καλύτερη κατά- σταση από τότε: σήμερα παρουσιάζουν core tier 1 άνω του 9%.
Αυτό δεν εμποδίζει ωστόσο την εντονότατη φημολογία, που εδώ και μέρες κυκλοφορεί στην αγορά, ειδικά σε σχέση με την Société Générale. Παρότι η τράπεζα διέψευσε κατηγορηματικά τα σενάρια που τη θέλουν να αντιμετωπίζει σοβαρότατα οικονομικά προβλήματα, η μετοχή της έχασε πάνω από το 40% της αξίας της αυτό το μήνα. Τώρα, μέσω μιας συμφωνίας με τη Rothschild, η διοίκηση της SocGen ελπίζει να αντιμετωπίσει τις ακραίες διακυμάνσεις της μετοχής
Σε ρόλο σωτήρα της BofA ο Μπάφετ
Με τη Bank of America να χάνει από τις αρχές του έτους περίπου 70 δισ. ευρώ, ή το 1/2 της κεφαλαιοποίησής της, οι παραλληλισμοί με τη Lehman Brothers δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους στον παγκόσμιο οικονομικό Τύπο.
Η Telegraph συνέκρινε τον επικεφαλής της Bank of America, Μπράιαν Μόινιχαν με τον πρώην τραπεζίτη της Lehman, Ντικ Φαλντ. Αυτός ακόμα και μετά την κατάρρευση της χρηματιστηριακής, είχε δηλώσει ότι δεν ασχολούνταν με το εάν η κεφαλαιοποίησή της έπεφτε ή ανέβαινε κατά 50-100 δισ. δολάρια!
Ο Μόινιχαν είναι εξίσου αναξιόπιστος, φάνηκε να πιστεύει η αγορά. Με τους επενδυτές να ξεπουλούν τις μετοχές της τράπεζάς του, εν μέσω σεναρίων που την ήθελαν να χρειάζεται από 50 έως 200 δισ. δολάρια νέα κεφάλαια. Για πολλούς, η Bank of America θα γινόταν η νέα Lehman. Η τράπεζα που με την κατάρρευσή της θα συγκλόνιζε και πάλι το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα. Αλλά την Πέμπτη, λίγα λεπτά πριν ανοίξει η Wall Street, ο διασημότερος επενδυτής του κόσμου, ο Γουόρεν Μπάφετ, έσπευσε να δώσει δυναμική απάντηση στους φόβους της αγοράς.
Ακριβώς όπως είχε κάνει και το 2008, διασώζοντας την Goldman Sachs την ώρα που αυτή βρισκόταν στο χείλος της αβύσσου, ο δισεκατομμυριούχος μεγαλοεπενδυτής ανακοίνωσε ότι επενδύει 5 δισ. δολάρια στις προνομιούχες μετοχές της Bank of America. Εκτός από μία σημαντική ένεση ρευστού, έδινε στον Μόινιχαν μία σημαντικότερη ψήφο εμπιστοσύνης.
isotimia