Πριν από 9 χρόνια, το 2003, ο Δημήτρης Μητροπάνος γράφει σε ένα χαρτί για λογαριασμό της Music heaven ολόκληρη τη ζωή του!…

Από τη μέρα που γεννήθηκε, όπως του τη περιέγραψε η μητέρα του, τα παιδικά του χρόνια και όσα έζησα στην Αγία Μονή Τρικάλων μέχρι και τη στιγμή εκείνη που ήταν ένας καταξιωμένος και αγαπητός καλλιτέχνης! Μέσα σε αυτά τα χρόνια είχε και πολλές δυσκολίες. Εκτός από τις οικονομικές που έζησε ως παιδί, είχε και το «θέμα» με το λαιμό του! Που μπορεί εμείς να μάθαμε αργά καθώς ο ίδιος φρόντιζε πάντα να το κρατά μακριά από τη δημοσιότητα, όμως όπως ο ίδιος περιγράφει, τον ταλαιπωρούσε πολλά χρόνια πριν…

«….Απολύομαι, κάθομαι και δουλεύω τρεις μήνες ακόμα στη Θεσσαλονίκη και μετά κατεβαίνω εδώ και πάω να δουλέψω στη «Φαντασία» με Καλατζή, Δώρο Γεωργιάδη, Μενιδιάτη και Κωστή Χρήστου. Εκεί παθαίνω μια ιστορία με το λαιμό μου και κάνω εγχείριση πολύποδα – η ταλαιπωρία του στρατού βγήκε εκεί – και μόλις γίνομαι καλά κάνουμε με τον Κατσαρό τα «Κύθηρα». Μπορώ να πω ότι ήμουν τυχερός. Έτυχε και ήρθαν καλές δουλειές χωρίς να ψάξω και χωρίς να ‘χω άγχος αν θα βρω δουλειά. Διότι… ήξερα εγώ τότε να κάνω επιλογές;

Απλά ευτύχησα τα πρώτα μου τραγούδια να κάνουν επιτυχία, άρα υπάρχει το «καλώς» από την εταιρεία για τα επόμενα. Κάνω τα «Κύθηρα». Στο μεταξύ, ο γαμπρός μου είχε γνωρίσει σ’ ένα ταβερνάκι ένα παιδί που θα ‘χει έρθει κανά-δυο χρόνια από τα Γιάννενα κι είχε γράψει κάτι τραγούδια που του αρέσανε. Μου το λέει, πάμε και έτσι γνωρίζω τον Τάκη Μουσαφίρη. Πήγαμε στο σπίτι του, διαλέξαμε τραγούδια, ήρθε εκείνος στο δικό μας… Ο Τάκης είναι ένας πολύ γήινος άνθρωπος. Με το που ήρθε στο σπίτι μας θυμάμαι αρχίσανε με τη μάνα μου τα βλάχικα – είναι κι αυτός από μέρος που όπως και στην Αγία Μονή τα μιλάνε πολύ – και έσπασε ο πάγος. Το πρώτο τραγούδι του που μου παίζει είναι το «Πες μου πού πουλάν καρδιές». 

Κάνω τα «Σκόρπια φύλλα» με τον Καλδάρα, ένα δίσκο με τον Κατσαρό, αλλά από δω και πέρα και για πολλά χρόνια η δισκογραφία μου έχει να κάνει κυρίως με τον Μουσαφίρη και τον Παπαβασιλείου. «Κυρά ζωή», «Λαϊκά ’76″, «Ερωτικά λαϊκά»… Μ’ αυτά γίνεται η καθιέρωση. «Σε μια στοίβα καλαμιές», «Καλοκαίρια και χειμώνες», «Κάνε κάτι λοιπόν να χάσω το τρένο»… Στην εταιρεία ο Αντύπας έχει μια άποψη ότι αυτός που μετράει είναι ο τραγουδιστής και όχι ο συνθέτης. Ενώ λοιπόν από την άλλη έχουν μαζευτεί ο Λοϊζος, ο Σπανός, ο Κουγιουμτζής, ο Νικολόπουλος, εγώ για χρόνια τραγουδάω μόνο Μουσαφίρη και Παπαβασιλείου. Δεν το λέω με παράπονο… Με τον Σπύρο δουλέυαμε και στα μαγαζιά μαζί.

… Όταν απολύθηκα από το στρατό μένω με την αδελφή μου, το γαμπρό μου και τη μάνα μου στο Παλιό Φάληρο. Είναι κοντά η δουλειά μου, όλα τα μαγαζιά της παραλίας, έχει πάρει και ο θείος μου ένα σπίτι στη Νέα Σμύρνη… Πάλι μαζί σχετικά. Το ’79 παντρεύομαι. Πριν παντρευτώ είχαμε μια σχέση ένα-ενάμιση χρόνο. Το ’80 πήρα ένα σπίτι στα Μελίσσια – η περιβόητη βίλα που χτίζω λέει τώρα για να στεγάσω τον έρωτά μου… έτσι διάβασα. Έμεινα εκεί σαν παντρεμένος, αλλά και μετά, όταν χώρισα, το ’86 – ’87. Είναι η`πρώτη φορά τότε που μένω μόνος. Οι δικοί μου μένουν ακόμα στο Παλιό Φάληρο. 

Νιώθω απαίσια… Δεν έχω μάθει να ζω μόνος. Ξυπνούσα και δεν ήθελα να πω καλημέρα σε κανέναν… Πες ότι δε δούλευα, πήγαινα στο σπίτι και κατά τις 12 μ’ έπιανε η τρέλα κι έπαιρνα τους δρόμους. Δεν ήθελα να κάθομαι στο σπίτι χωρίς να έχω κάποιον να συζητάω… Από την άλλη, είμαι κοτζάμ άντρας, 40 χρονών πια. Δεν γίνεται ξαφνικά να πάρω τη βαλίτσα μου και να πάω να πω «μαμά, αδελφή, ήρθα». Να ‘ρθει να μείνει μαζί μου η μάνα μου δε γινόταν, γιατί πώς να μένει μόνη της τα βράδια όταν εγώ δούλευα… Κρατάω μια στάση παθητική τελείως. Γύρω στα δυόμισι χρόνια. Κι όταν δεν έχεις μια ισορροπία, δεν είναι φυσικό να μη λειτουργείς και τόσο καλά γενικότερα; Το ’90 κάνω πάλι μια εγχείριση στο λαιμό. Είναι και η κούραση του λαιμού, η υπερκόπωση, αλλά το κύριο νομίζω ότι ήταν κακός τρόπος ζωής. Τσιγάρα, ξενύχτια… Είχα αποφασίσει από καιρό ότι θα φύγω από την «Πόλυγκραμ». 
Έγινε καβγάς για να κάνω το δίσκο με τον Κουγιουμτζή. Ένα δίσκο που για μένα θα μπορούσε να πάει καλύτερα… Υπήρχε η νοοτροπία ότι «αφού εμείς έχουμε αυτό το σύστημα, γιατί να μπλεχτούμε σε άλλες ιστορίες;» Έλεγα από καιρό να πάρουμε κάποιους καινούριους συνθέτες, κάτι να γίνει… Είχα υπογράψει προφορικά με τον πατέρα Αντύπα ένα λευκό συμβόλαιο για 6 χρόνια. Τότε βγαίνει ο νόμος ο ελληνικός για τα συμβόλαια των τριών χρόνων. Αν ζούσε ο Νίκος Αντύπας, πιθανόν, να έφευγα και πιο νωρίς, αλλά αφού δε ζούσε θεώρησα ότι έπρεπε να τηρήσω αυτό που είχαμε συμφωνήσει, έστω κι αν τυπικά δε με δέσμευε τίποτα… Έτσι, ενώ ήμουν ελεύθερος, έμεινα δυόμισι χρόνια ακόμα. Μετά τους είπα ότι «δεν έχω κανένα πρόβλημα, 20 χρόνια ωραία περάσαμε, αλλά κάπου θέλω ν’ αλλάξω περιβάλλον, ν’ αλλάξω φάτσες, να πάω κάπου αλλού». Έτσι έφυγα και πήγα στη Μίνως. Όπου ο πρώτος δίσκος είναι… μια από τα ίδια. 
Ξαφνικά εκεί γίνανε διάφορα πράγματα… Δεν κατάλαβα ούτε πώς είπα το ναι όταν μου είπαν ότι αυτά είναι τα τραγούδια, ούτε γιατί δεν είπα όχι… Όχι πως τα τραγούδια δε μου αρέσανε, αλλά… Εγώ πήγαινα να δουλέψω με τον Θεοφίλου, μου λένε με τον Μπενέτο… Δεν τον ήξερα καθόλου, δεν είχα πει ούτε καλημέρα μαζί του. Λέω «κάτι δεν πάει καλά εδώ. Για πέταμα μ’ έχουν». Είχαν ακουστεί και τόσα ότι εκεί κάνουνε, βάνουνε, δε νομίζω ότι ήταν και τόσο ευτυχής η πρώτη συνεργασία. Δεν πρόλαβα να πάω και σκεφτόμουν να φύγω… Είχε κουραστεί ο λαιμός μου πάρα πολύ. Έπρεπε να ξεκουραστώ. Κάτι που δεν έκανα. Μου παρουσιάστηκε πάνω στη δουλειά. Δε γινότανε να σταματήσω. Τα καλά του επαγγέλματος. Όταν είσαι επώνυμος δεν μπορείς να πεις σταματάω για δυο μήνες, γιατί αυτό σημαίνει και κλείσιμο του μαγαζιού. Κι αυτό έχει μύρια προβλήματα.

Άντε υπομονή να κάνω αυτό, να κάνω εκείνο για να περάσει η σεζόν. Δούλευα στα «Παλιά Δειλινά». Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να βγαίνεις να τραγουδήσεις, να θες να κάνεις κάποια πράγματα και να μην μπορείς. Άλλα να κάνεις κι αλλιώς να σου βγαίνουνε. Είναι τραγικό… Τελειώνει η σεζόν, ξεκουράζομαι, κάνω θεραπεία και κάνω με τον Μουσαφίρη το δίσκο με το «Χιονάνθρωπο». Επειδή δε δούλευα και ήμουν ξεκούραστος μπόρεσα και τον έκανα. Αλλά υπήρχε πρόβλημα. Πήγαινα κι έκανα ένα τραγούδι την ημέρα. Ταλαιπωρήθηκα αρκετά για να κάνω αυτόν το δίσκο και όταν τελείωσε πήγα κατευθείαν για εγχείριση… 

Μετά έρχεται ένας ακόμα δίσκος με τον Παπαβασιλείου. Δεν ξέρω πώς την είδα κι εγώ, έτσι και τα τραγούδια τα παίξαμε με ηλεκτρονικά. Το θέμα είναι ότι στο στούντιο μου άρεσε. Μάλιστα το είδα «γιατί δεν το ‘κανα τόσο καιρό;» Μετά με το που πήρα το δείγμα του δίσκου και πάω σπίτι να το ακούσω χτυπιέμαι και λέω «Τι έκανα;» Αργά για να σταματήσει όμως…»