Τι υπέροχη νύχτα απόψε!

Δρόσισε
λίγο ο καιρός, ο μικρός κοιμήθηκε νωρίς και βγήκα με το έτερον ήμισυ στο
μπαλκόνι να πιούμε λίγο κρασί και να κάνουμε εν οίκω ρομαντζάδα.

Μα
τι είναι αυτό το κακό; Πως βρέθηκε το γήπεδο έξω από το σπίτι μου;

Η
φωνή του εκφωνητή ακούγεται λες και κάθεται στη διπλανή καρέκλα. Και οι ιαχές
των οπαδών λες και βρίσκομαι στις κερκίδες της Πολωνίας.

Αλλά
ξέχασα: Ένα τετράγωνο παρακάτω υπάρχει ένα σπορ καφέ, απ’ όπου η ένταση της
τηλεόρασης και της ποδοσφαιρικής αγωνίας πνίγει κάθε άλλη φωνή -και επιθυμία
και αγωνία.

Πάω
να πω κάτι στο έτερον ήμισυ και οι φωνές των οπαδών κορυφώνονται, φτάνοντας σε
ένα λαϊκό κρετσέντο που δεν έχω ξανακούσει στην μικρή ζωή μου.

«Έγινε
επανάσταση», λέω. «Οι Έλληνες αποφάσισαν να πάρουν πίσω την κλεμμένη ζωή τους.»

«Ξύπνησε
ο μικρός», μου λέει το έτερον ήμισυ και πάει μέσα για να τον καθησυχάσει και να
τον κοιμίσει.

Μένω
μόνος. Απέναντι δεκάδες Έλληνες που πανηγυρίζουν, οχλαγωγούν και βρίζουν. Μένω
μόνος.

Πριν
λίγες ώρες έβλεπα στο φέισμπουκ τις σκέψεις των «φίλων» μου.

«Απόψε
θα δείξουμε στη Μέρκελ τι είναι η Ελλάδα», έγραφε κάποιος.

«Αν
κερδίσουμε όλοι στους δρόμους να πανηγυρίσουμε», έγραφε κάποια άλλη.

Δεν
μπορούσα να καταλάβω τι γινότανε: Ή εγώ είμαι ηλίθιος ή είναι ηλίθιοι όλοι εκείνοι.
Και σίγουρα κανείς δε θέλει να παραδεχτεί ότι είναι ηλίθιος…

Πριν
πέντε μέρες η πλειονότητα των Ελλήνων υποτάχτηκε στη θέληση της κυρίας Μέρκελ
και των ομοϊδεατών της. Με σκυμμένο το κεφάλι πήγε στα διαλυμένα σχολεία και
έριξε στην κάλπη την ψήφο του, κάτω από το βλέμμα του Μακρυγιάννη που πολέμησε
για να μπορούμε όλοι μας ελεύθερα… να βλέπουμε τηλεόραση.

Απ’
όσους ψηφίσανε -αφού οι μισοί προτίμησαν να πάνε στη θάλασσα μια τέτοια ωραία
μέρα- το 40% δήλωσε καθαρά και ξεκάθαρα και κάτι παραπάνω ότι θέλει να είναι
υπόδουλο των Γερμανών, των Ευρωπαίων, των Αμερικάνων και των λοιπών τραπεζιτών.

Από
αυτό το 40% κανείς δε βγήκε στους δρόμους να διαμαρτυρηθεί όταν είδε να
καταστρέφεται η ζωή του, δίχως παιδεία, δίχως υγεία, δίχως εργασία, δίχως
εθνική κυριαρχία.

Και
τώρα είναι έτοιμοι να βγουν στους δρόμους να πανηγυρίσουν για το ποδόσφαιρο!

Κάποιος
είναι ηλίθιος, και δεν νομίζω ότι είμαι εγώ. Ή μπορεί και να είμαι. Γιατί όλοι
αυτοί που πηγαίνουν για μπάνιο ή πανηγυρίζουν στα γήπεδα μπορεί να είναι πλούσιοι,
καταθέτες με παχιούς τραπεζικούς λογαριασμούς, βολεμένοι με τις ευλογίες κάποιου
κόμματος, ενώ εγώ είμαι μόνος, δίχως κόμμα και τραπεζικό λογαριασμό, άνεργος
και ιδεολόγος. Ένας φτωχός πλην τίμιος συγγραφέας. Ένας φτωχός πλην τίμιος
Γελωτοποιός.

Σταμάτησα
να παρακολουθώ αγώνες όταν μεσουρανούσε ο Σαραβάκος. Και (ναι!) πιστεύω ότι οι
ποδοσφαιρικοί αγώνες είναι η σύγχρονη εκδοχή των ρωμαϊκών αρένων, του «άρτος
και θεάματα», αλλά χωρίς άρτο πια.

Ένας
εξαίσιος τρόπος για να παραδοθείς στην αποχαύνωση που τόσο πολύ αγαπούν οι
πολιτικοί και οι πολιτικάντηδες, γιατί φτιάχνει πολίτες που ακολουθούν
ευπειθώς τα προστάγματα τους.

Προτιμώ
να ακούω μουσική, κυρίως το τρίτο πρόγραμμα που θεμελίωσε ο Χατζιδάκις, να
διαβάζω βιβλία που κανείς δε δανείζεται από τη δημοτική βιβλιοθήκη και να
περνάω όμορφες στιγμές με το έτερον ήμισυ και το παιδί μας.

Προτιμώ
να σκέφτομαι και να αισθάνομαι.

Προτιμώ
να ζω χωρίς τηλεόραση, χωρίς ποδόσφαιρο και χωρίς τη βία των «ανώτερων
θηλαστικών»  – βία εκούσια, ακούσια κι
ανούσια.

Και
αναρωτιέμαι, τόσο συχνά, μήπως πρέπει να πάρω την ηλιθιότητα μου, την ιδεολογία
μου και την οικογένεια μου, και να πάω να ζήσω σε κάποιο άλλο μέρος, όπου δε θα
καταλαβαίνω τη γλώσσα και δε θα στεναχωριέμαι για την κατάντια των γειτόνων
μου, που αντάλλαξαν την ελευθερία με την ασφάλεια και μετά την ασφάλεια με την
υποταγή (παραφράζοντας τον T.S Elliot).

Αλλά
δεν μπορώ να το κάνω. Γιατί αυτή η γλώσσα είναι η πατρίδα μου. Γιατί αυτή η
ιδεολογία μού δόθηκε από τους προγόνους μου, που πολέμησαν με νύχια και με
λέξεις για να μπορούμε εμείς να λέμε «ψυχή» και να μας καταλαβαίνουν οι Ομηρικοί
ήρωες. Γιατί αυτός ο ήλιος, αυτά τα χώματα, αυτά τα δέντρα, δε βολεύονται κάτω
από ποδοσφαιρικές ιαχές.

Γιατί
αυτοί οι ποδοσφαιρόφιλοι που φωνασκούν είναι αδέλφια μου, όσο και να με
απεχθάνονται, όσο και να με θλίβουν. Γιατί ο Λεωνίδας έπεσε μόνος, αντί να πει:
«Περάστε ελεύθερα και μετά θα παίξουμε μπάλα.»

«Μήτε
φασιστής, μήτε μπολσεβίκος. Είμαι μόνος». (sic)

Ηλίθιος,
φτωχός, άνεργος, παράξενος. Αλλά πάντα Έλληνας, πάντα άνθρωπος.

Τι
κι αν χάσω σε όλους τους αγώνες; Θα πολεμήσω για την «ψυχή» μου και αν κάποτε
βρεθώ στις νήσους των Μακάρων θα έχω παρέα τον Όμηρο, το Φεραίο και τον
Βάρναλη… Ωραία παρέα για να περάσεις την αιωνιότητα!