Δεν υπάρχει τίποτα πιο ‘μικροαστικό’ από το να χαραμίζεις το καλοκαίρι σου σε ένα all inclusive ξενοδοχείο. Αλλά έτσι είναι η πατρότητα. Απαιτεί θυσίες…

Είμαι εντελώς άχρηστος σε πολλά χρήσιμα πράγματα αντρικής φύσης. Όπως π.χ. στο να πακετάρω βαλίτσες, να αλλάζω λάμπες, να σφίγγω σωλήνες (κάτω από το νιπτήρα) ή να αλλάζω σκασμένα λάστιχα. Αλλά από τα 16 μου υπερηφανεύομαι ότι είμαι Γκάνταλφ στο να βρίσκω, σε κάθε περίσταση, το τέλειο ξενοδοχείο για κάθε άνθρωπο. Κάτι που παραδέχονται όλοι οι γνωστοί και φίλοι μου που έχω ‘ευεργετήσει’ με τις συμβουλές μου ανά τα χρόνια. Ποιος να το περίμενε ότι, 20 χρόνια μετά, θα κατέληγα να κάνω κράτηση σε all inclusive στην Ερμιόνη. Γιατί αυτό είναι πλέον το ιδανικό για μένα.
Δεν ισχυρίζομαι ότι είμαι γνήσιος ταξιδευτής. Υπό την έννοια ότι γουστάρω υπερβολικά τις ανέσεις μου (και, αντίστοιχα, καθόλου την γκρίνια της γυναίκας μου) για να τρέχω σε ελεύθερα camping ή να κάνω απρογραμμάτιστα road trips χωρίς να ξέρω από πριν που θα κρασάρω την νύχτα. Αλλά προσπαθώ να διατηρώ την ψευδαίσθηση της summer time ανεξαρτησίας κλείνοντας ξενοδοχεία που δεν θα συναντήσεις σε καμία μπροσούρα ταξιδιωτικού γραφείου.
Και μάλιστα σε εξευτελιστικές τιμές (σ.σ. γιατί κάθε ηλίθιος μπορεί να κλείσει μια υπόσκαφη σουίτα στην Σαντορίνη, αν έχει απεριόριστο budget).  
Όπως το city chic ξενοδοχείο στο Sirkeci  που ήταν ταυτόχρονα δίπλα στην Αγία Σοφία και μίλια μακριά από τις τουριστικές ορδές.
Την παστέλ αγροικία έξω από την Φλωρεντία που άνηκε σε μια -παραμορφωμένη από τα botox- πρώην σταρ του ιταλικού κινηματογράφου, φουλ στις αντίκες, τα M&M’s (σ.σ. είχε ένα βάζο σε κάθε δωμάτιο) και με μια υπέροχη πισίνα που έμοιαζε με ρετρό μπανιέρα.
Την παραθαλάσσια λευκή βίλα στην Playa del Carmen στο Yucatan που ερχόταν εξοπλισμένη με καμαριέρα, σεφ και οδηγό έναντι 90 ευρώ (το ζευγάρι) ημερησίως.
Ένα room to let στην Ιο με ιδιοκτήτριες δυο πανέμορφες 20χρονες αδελφές (σ.σ. ιδανικές σπιτονοικοκυρές για την παρέα κάφρων, μέλος της οποίας και ήμουν).
Ή ένα bungalow με θέα τον Ινδικό σε ένα απομονωμένο boutique ξενοδοχείο στα Phi Phi Islands με φανταστικό -και πάμφθηνο- spa.  
Σκέψου ότι ακόμη και εκεί, που η πόλη (και η μια decent ιταλική πιτσαρία της) απείχε μισή ώρα με πιρόγα, είχα βρει εναλλακτική από το να τρώμε συνέχεια στο εστιατόριο του ξενοδοχείου.
Συγκεκριμένα φεύγαμε από την πίσω πόρτα και τρώγαμε μαζί με τους υπαλλήλους, σε μια παράγκα που έτρεχε μια οικογένεια με δυο transsexual γιους να εκτελούν χρέη σερβιτόρων.

Με άλλα λόγια, το να κλείνω ξενοδοχεία είναι η δική μου υπερ-δύναμη. Μόνο που αυτό το ταλέντο πλέον έχει στραφεί εναντίον μου.
Γιατί όσο και να το σιχαίνομαι, αν είσαι οικογενειάρχης, το all inclusive είναι η μοναδική λογική λύση. Και όλα τα μειονεκτήματά του μετατρέπονται, έτσι απλά, σε πλεονεκτήματα.
Ναι, το all inclusive συνεχίζει να αποτελεί ένα είδος φυλακής του καλοκαιρινού ονείρου. Αλλά, όταν έχεις παιδιά, τα σίδερα της φυλακής (σ.σ. ότι ο χώρος που κινούνται είναι περιορισμένος και ελεγχόμενος) είναι αυτό που χρειάζεσαι για να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο.
Στην τελική, ανησυχείς τις υπόλοιπες 355 μέρες του χρόνου για αυτά. Δεν έχεις δικαίωμα για καμία δεκαριά να κάνεις και εσύ διακοπές από αυτό το άγχος;  (σ.σ. το οποίο υπάρχει, απλά είναι πιο εξημερωμένο).
Ναι, το all inclusive ξενοδοχείο συνεχίζει να σε μετατρέπει σε ένα είδος beach couch potato, αφού το γεγονός ότι τα έχεις όλα κοντά σε κάνει να βαριέσαι να μπεις στο αυτοκίνητο για να πας μέχρι την διπλανή κωμόπολη.
Ακόμη και αν ξέρεις ότι εκεί υπάρχει η σούπερ-ψαγμένη ψαροταβέρνα της οποίας ο ιδιοκτήτης μιλάει με τα ίδια τα ψάρια και προσκαλεί τα καλύτερα να κάνουν μακροβούτι στην σχάρα του.
Όμως, όταν έχεις παιδί, ποτέ δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει την επόμενη στιγμή. Οπότε το γεγονός ότι το δωμάτιο από την παραλία και το εστιατόριο απέχουν μια ανάσα, σου επιτρέπει και να μην είσαι συνέχεια ζωσμένος με τσάντες και τσαντάκια και να μην χρειάζεται να υπολογίζεις ή να σε νοιάζει πότε το παιδί χεστεί, νυστάξει ή αποφασίσει ότι θέλει να δει τον Μόγλη εδώ και τώρα.
Άσε που, με το all inclusive, ξέρεις από πριν ακριβώς τι θα ξοδέψεις. Κάτι που δεν το λες και λίγο πράγμα όταν κυκλοφορείς με ένα πλάσμα (τον γιο ή την κόρη σου) που όλο και θα δει κάτι που του αρέσει. Από χυμό και παγωτό, μέχρι το iPad μίνι της διπλανής οικογένειας.

Ενώ στο all inclusive, σε αντίθεση με το εξοχικό (το δικό σου ή των φίλων σου) έχεις επιτέλους την ευκαιρία να μείνεις και λίγο μόνος με τον άνθρωπο σου χωρίς το μελίσσι από συγγενείς (ευπρόσδεκτους ή μη) που μαζεύονται γύρω από μια οικογένεια με σταθερό τόπο εξοχικής κατοικίας.
Και μάλιστα χωρίς η γυναίκα σου να είναι αναγκασμένη (άσχετα από το πόσο βοηθάς ή όχι) να εκτελεί -σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό- και χρέη καμαριέρας ή μαγείρισσας.
Το μόνο που παραμένει σταθερό είναι ότι κάνοντας μια μαζική επιλογή, όπως αυτή ενός all inclusive ξενοδοχείου, οφείλεις να κατανοήσεις ότι κάνεις de facto εκπτώσεις (από μικρές ως τρομακτικές, ανάλογα με το τι πληρώνεις ημερησίως) στην ποιότητα των όσων τρως τζάμπα ή πίνεις τζάμπα.
Κάτι που διαπίστωσα, παρότι γνωστός παμφάγος, όταν βρέθηκα πέρυσι το καλοκαίρι αντιμέτωπος με τον γιγαντιαίο μπουφέ all inclusive ξενοδοχείου στην Κω. Εκεί που τα πάντα φαινόντουσαν υπέροχα, μέχρι που τα έβαζες στο στόμα σου.
Το αποτέλεσμα ήταν, μετά από 2 ώρες δοκιμών (και πέντε γεμάτων πιάτων που πετάχτηκαν) να μην έχουμε καταφέρει να φάμε οτιδήποτε. Ούτε εμείς, ούτε το παιδί (που έχει καλομάθει από την γιαγιά του που μαγειρεύει απίστευτα).
Αλλά φέτος δεν την ξαναπατάω έτσι. Γιατί το all inclusive που διάλεξα, είναι πολύ ψαγμένο γαστρονομικά. Λες να είναι, από εδώ και πέρα, αυτό το νέο μου ‘μαγικό’ ταλέντο;
*oneman