Κατ΄αρχάς να συστηθώ: με λένε Ιωάννα. Είμαι Φυσικός, σύζυγος, και μαμά. Είμαι Ελληνίδα, αλλά αισθάνομαι σκόρπια παντού…
Στην Ελλάδα δεν ταιριάζω, γιατί είμαι “αλλιώς”. Πάντα ήμουν δηλαδή. Και όντας Ελληνίδα, δεν ταιριάζω πουθενά αλλού. Αλλά από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, ονειρευόμουν μια ζωή σε αυτό το “αλλού”. Και σήμερα, που δεν ζω πια στην Ελλάδα, είμαι πολύ, μα πολύ ευτυχισμένη και δε θέλω ποτέ, μα ποτέ να επιστρέψω στην κόλαση της πατρίδας μου, εκτός κι αν αυτή η πατρίδα αλλάξει δραματικά. Θα αρχίσω εξηγώντας σας γιατί ήμουν στην Ελλάδα δυστυχισμένη, και γιατί η ζωή μου στη Γερμανία με έκανε ευτυχισμένη.
Όταν μπήκα στην εφηβεία και άρχισα να αλληλεπιδρώ με τον κόσμο γύρω μου χωρίς την προστασία των γονιών μου, άρχισαν παράξενα πράγματα να συμβαίνουν. Θα σας δώσω τρία παραδείγματα:
Μια φορά πήγα στο περίπτερο να αγοράσω ένα παγωτό, έχοντας μόνο ένα πεντοχίλιαρο (ελπίζω το αναγνωστικό κοινό να τα θυμάται τα πεντοχίλιαρα…). Ο περιπτεράς μου έδωσε το παγωτό, αφού με έβρισε πατοκορφιστί, ένα νέο και μικρόσωμο κορίτσι. “Δεν ντρεπόμαστε λίγο” – κάποια από τα πιο ήπια λόγια του – “να πηγαίνουμε με τα πεντοχίλιαρα να αγοράζουμε ένα παγωτό των τετρακοσίων δραχμών!” Δεν αντέδρασα, όπως γενικά δεν αντιδρώ σε τέτοιες καταστάσεις, γιατί με σοκάρουν και μου κόβεται η μιλιά. Ίσως τελικά να είμαι πολύ δειλή, ή ευαίσθητη. Το ίδιο μου συνέβαινε τακτικά όταν πήγαινα να αγοράσω εισιτήρια στα ταμεία του ΗΣΑΠ, έτσι ώστε έγινε ένας καθημερινός παράγοντας στρες στη ζωή μου. Ο πατέρας μου εντυπωσιαζόταν: “μα καλά εμένα ποτέ κανείς δε με έχει βρίσει”. Ναι, αγαπητέ μπαμπά. Αλλά δεν είσαι ένα μικρόσωμο κορίτσι! Οι δειλοί άνθρωποι πάντα στους αδυνατότερούς τους προσπαθούν να δείξουν τη “δύναμή” τους.
Όταν πήγαινα στο πανεπιστήμιο, τα λεωφορεία που μας έφερναν στην Πανεπιστημιούπολη ήταν πάντα γεμάτα ως το ταβάνι με φοιτητές στοιβαγμένους σαν σαρδέλες. Σαν να μην έφτανε αυτό, δεν ήξερες ποτέ αν και πότε το λεωοφορείο θα έρθει. Φυσικά ως βετεράνος είχα μάθει τις καλύτερες ώρες και τα καλύτερα λεωφορεία που θα μπορούσα να πάρω χωρίς να ποδοπατηθώ. Θυμηθείτε, μικρόσωμο κορίτσι – έχω χάσει την ανάσα μου πολλές φορές σε στοιβαγμένο λεωφορείο… Αλλά μια μέρα είπα να δοκιμάσω την τύχη μου με το λεωφορείο 250, που έκανε το γύρο της πανεπιστημιούπολης του Ζωγράφου. Πήγα μια στάση νωρίτερα από τον Ευαγγελισμό, για να μην συμπέσω με το φοιτητομάνι που ανέβαινε στην επόμενη στάση.
Πολλοί άλλοι φυσικά ήξεραν αυτό το κόλπο. Περίμενα, και περίμενα, και περίμενα, μαζί με όλους τους υπόλοιπους. Έρχεται ένα λεωφορείο, στοιβάζεται το φοιτητομάνι. Τόσοι πολλοί μπήκαν μέσα, που ένα σακίδιο έμεινε να κρέμεται έξω από την κλειστή πόρτα. Και μετά πάλι περίμενε. Μετά από ώρα έρχεται άλλο λεωφορείο. Τα ίδια, πού να μπεις – και να θέλεις πρέπει να έχεις κάνει προπόνηση σε χέβι μέταλ συναυλία για να επιβιώσεις. Και πάλι απ΄έξω. Στο τρίτο λεωφορείο που δεν μπόρεσα να μπω, έπαθα κρίση νεύρων. Δεν πληρώνω τα εισιτήριά μου; Δεν πληρώνουν οι γονείς μου διπλούς και τριπλούς φόρους; Ο πατέρας μου για το μαγαζί του πληρώνει φόρο ιδιοκτησίας, και επιπλέον, επειδή κατά τη νομοθεσία πληρώνει νοίκι στον εαυτό του, πρέπει να πληρώνει φόρο για το νοίκι που λαμβάνει. Με όλους αυτούς τους φόρους και παραφόρους και τα εισιτήρια και όλα αυτά που πληρώνουμε, γιατί να μην μπορώ να πάω στο μάθημά μου; Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι αυτό το απλό πράγμα, που οποιοσδήποτε φοιτητής στον κόσμο μπορεί να θεωρεί δεδομένο;
Στο πρώτο εξάμηνο στο πανεπιστήμιο δεν τα πήγαινα και πολύ καλά. Το στρες των εισαγωγικών εξετάσεων και η σχεδόν απάνθρωπη τακτική των δασκάλων στο φροντιστήριο (“άσχετοι! χαζοί! δεν θα περάσετε ποτέ!”) με είχαν επηρεάσει φαίνεται, έτσι ευαίσθητη που είμαι, με λεπτό πετσί. Αλλά έδωσα στην πρώτη εξεταστική μερικά μαθήματα, στα οποία δεν πήγα και τόσο καλά όσο ήθελα. Τότε είχαμε μια στενή οικογενειακή φιλία με τον νομικό σύμβουλο του Πανεπιστημίου Αθηνών, έναν αξιόλογο άνθρωπο του πνεύματος, τον οποίο επισκεπτόμουν πού και πού στο γραφείο του. Μία από εκείνες τις ημέρες, κατεβαίνοντας από τη σχολή μετά από την εξέταση σε ένα μάθημα, είπα να περάσω να τον χαιρετήσω. “Πώς πήγαν οι εξετάσεις”, με ρωτάει.” Όχι και τόσο καλά”, του απαντάω. “Γιατί;” με ρωτάει. “Ε, δεν είχα προετοιμαστεί και τόσο καλά”, του απαντάω. Τότε εκείνος βάζει το χέρι στο τηλέφωνο. “Πες μου το όνομα του καθηγητή και θα το κανονίσω”, μου λέει.”Όχι“, του λέω. “Έλα βρε πες μου το όνομά του, τι σε νοιάζει εγώ είμαι εδώ”, συνεχίζει. Εξακολουθώ να αρνούμαι, και εξακολουθεί να με πιέζει.
Θα καταλάβατε μέχρι τώρα ότι στα νιάτα μου δεν τα κατάφερνα και πολύ καλά υπό πίεση. Κάποια στιγμή η αδικία αρχίζει να με πνίγει. Γιατί δε με αφήνει ήσυχη, να πάρω το δρόμο μου όπως εγώ το θέλω; Τα δάκρυα μου έρχονται στα μάτια, και για κακή μου τύχη δεν μπορώ να τα συγκρατήσω πριν φύγω τρέχοντας σχεδόν από το γραφείο του. Με ακολούθησε, με καθησύχασε ότι δεν θα τηλεφωνήσει στον καθηγητή, με αγκάλιασε και μου είπε: “Αυτό ήταν το πιο ωραίο δάκρυ που έχω δει ποτέ μου“. Την ιστορία τη διηγούμαι και δακρύζω ακόμα και σήμερα, πάνω από μια δεκαετία αργότερα. Αυτός ο υπέροχος άνθρωπος δεν είναι πια στη ζωή.
Όποιος δεν έχει κοντέψει να χάσει τις εξετάσεις του επειδή έχει κλείσει η λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας για να περάσει κάποιος “επίσημος” με τη λιμουζίνα, ίσως δεν μπορεί να καταλάβει τι εννοώ. Όποιος δεν έχει καθήσει σε αμφιθέατρο όντας η μόνη ψυχή που δεν αντιγράφει – δεν καταδέχεται να αντιγράψει – δεν ξέρει τι εννοώ. Όποιος δεν έχει απηυδύσει με τις φοιτητικές παρατάξεις, που αν είχαν κάποια χρησιμότητα κάποτε τώρα μόνο το πανεπιστημιακό έργο κωλύουν, δεν μπορεί να συλλάβει τι θέλω να πω. Όποιος δεν έχει προσπαθήσει πάντα να είναι ευγενικός, μόνο για να αντιμετωπίσει κακή παιδεία, αναίδεια και βρισιές, τότε σίγουρα δε μπορεί να με νιώσει. Όποιος δεν θέλησε πάντα να στηριχτεί στις δυνάμεις του, στο μυαλό του, και όπου φτάσει, ας μην είναι και πολύ ψηλά αυτό το “όπου”, δεν πρόκειται να πιάσει το νόημα των γραφόμενών μου. Όποιος, τέλος, δεν έχει αισθανθεί την ανάγκη να πει “ΟΧΙ”, όχι ρε γαμώτο, δεν θέλω το ρουσφέτι σου, δεν θέλω τη βοήθειά σου, δεν θέλω να φοροδιαφύγω, δεν θέλω να είμαι άλλος ένας φταίχτης, δεν μπορεί καν να διανοηθεί τι εννοώ.
Ας δούμε λοιπόν τα πράγματα και από μια άλλη οπτική γωνία:
‘Οταν πρωτοπήγα στη Γερμανία, μια μέρα συνειδητοποίησα ότι είχα μόνο πενηντάευρο για να πάω για μερικά ψιλοπράγματα στο σούπερ μάρκετ, και απευθύνθηκα στον Γερμανό σύντροφό μου τρομοκρατημένη: τι κάνω τώρα; Είχα τόσο αγχωθεί με την προοπτική του βρισίματος, που η ήρεμη απάντησή του ότι δεν πειράζει καθόλου, με εντυπωσίασε και με ιντρίγκαρε. Αποφάσισα να κάνω το πείραμα που πολλές φορές έχω επαναλάβει από τότε: πενηντάευρο στο ταμείο, για δύο ψιλοπράγματα. Κανείς δε μου φώναξε. Ούτε μία φορά. Ούτε όταν δεν είχαν ρέστα. Κάποιες φορές με ρωτούν ευγενικά μήπως έχω κάποια κέρματα. Κάποιες άλλες φορές πηγαίνουν στα άλλα ταμεία, ψάχνοντας για τα κατάλληλα χαρτονομίσματα, που το δικό τους ταμείο μπορεί να μην έχει. Αλλά κανείς – μα κανείς – δεν ήταν τόσο αγενής, απαίδευτος, υπάνθρωπος ώστε να με βρίσει.
Μετά από μερικά χρόνια παραμονής στη Γερμανία, έπιασα τον εαυτό μου να γίνεται ανυπόμονος και να κοιτάει το ρολόι, αν το λεωφορείο ή το τραμ είχε καθυστερήσει δύο ή τρία λεπτά από την προκαθορισμένη ώρα έλευσής του.
Κάποιες φορές, περιμένοντας στο σταθμό του τρένου, όταν ανακοινωνόταν μια πεντάλεπτη ή δεκάλεπτη καθυστέρηση από τα μεγάφωνα, έπιανα τον εαυτό μου να σκέφτεται “Τυπικό! Γερμανικά τρένα, σπάνια στην ώρα τους …” Και μετά η φωνή της λογικής με επανέφερε στην τάξη. Τι θα είχα να περιμένω στην Ελλάδα; Ένα πακτωμένο λεωφορείο που ίσως να έμπαινα μέσα, ίσως και να μην έμπαινα, και σε κάθε περίπτωση δε θα μπορούσα να κανονίσω ακριβή ραντεβού γιατί δεν θα ήξερα αν θα περίμενα δύο ή είκοσι λεπτά στη στάση. Καλές πιθανότητες να μη μπορώ να κατεβώ από το λεωφορείο σε ώρα αιχμής. Και τώρα που έχω παιδιά, με το καρότσι στα ελληνικά πεζοδρόμια; Το δοκίμασα μια φορά, και ευχαριστώ δε θα πάρω. Γιατί να πρέπει να βγάλω το βρέφος μου στο δρόμο; Κάποτε αναρωτιόμουν γιατί η Γερμανία έχει τόσο πολλούς περισσότερους αναπήρους από την Ελλάδα. Τους βλέπεις παντού, στο σούπερ μάρκετ, στην αγορά, να κυκλοφορούν. Μετά συνειδητοποίησα ότι η Γερμανία δεν έχει ποσοστικά περισσότερους αναπήρους, αλλά έχει πεζοδρόμια στα οποία μπορούν να κυκλοφορήσουν, δημόσια κτίρια στα οποία μπορούν να μπουν, πάρκα στα οποία έχουν πρόσβαση. Περπατήστε μια μέρα στην Εμμανουήλ Μπενάκη στο κέντρο της Αθήνας και θα δείτε τι εννοώ.
Για τα ρουσφέτια, τις παρανομίες, τις αντιγραφές στα πανεπιστήμια, τις φοροδιαφυγές, τι να πω. Δεν θα το σχολιάσω καν. Τα πράγματα αυτά είναι ανήκουστα για τους περισσότερους Γερμανούς, όπως ήταν πάντα ανήκουστα για μένα. Γι’ αυτό ήμουν πάντα η απροσάρμοστη. Γι’ αυτό έπρεπε να φύγω από ένα σύστημα, μια νοοτροπία που με κατέπνιγε και θα με χαντάκωνε στο τέλος – κι εμένα και την υψηλή νοημοσύνη μου, και τα πολλά ταλέντα μου.
World Cup cookies from Celena’s Bakery
Θα μου πείτε, δε σου λείπει η Ελλάδα; Ναι, κάποια πράγματα μου λείπουν. Η αυθεντική φέτα. Η παραλία, τα καλοκαίρια. Το σουβλάκι. Κάποιοι – λίγοι και εκλεκτοί – φίλοι, όσοι δηλαδή δεν έχουν κι αυτοί προ πολλού μετοικήσει σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Το φαγητό δε μου λείπει, γιατί μια χαρά μπορώ να μαγειρεύω όλα τα παραδοσιακά φαγητά μόνη μου. Ούτε μου λείπει η νοοτροπία, αυτή που διαπερνάει όλους τους τομείς της ζωής, από τα χαμηλότερα έως τα υψηλότερα σκαλιά των ιεραρχιών, δε μου λείπει η σαθρότητα και η αδικία. Και να σας πω και κάτι άλλο: στη Γερμανία βρήκα για πρώτη φορά μετά από χρόνια πραγματικές τομάτες, σαν αυτές που έκοβα μικρή από το μποστάνι του θείου μου, γεμάτες άρωμα και γεύση.
Όχι αυτά τα υπερφουσκωμένα άγευστα και νερουλά εκτρώματα του ελληνικού σούπερ μάρκετ και – συχνά – της ελληνικής λαϊκής. Στη Γερμανία ο αγρότης ακούει τις συμβουλές του γεωπόνου και δεν μαζεύει τα φρούτα δυο μέρες αφού έχει ραντίσει, γιατί “έλα μωρέ τι ξέρει αυτός, μόνο και μόνο επειδή έχει ένα χαρτί;”. Στη Γερμανία πληρώνεις εισφορές και έχεις παροχές. Πας με την κάρτα υγείας σου σε όποιον γιατρό θέλεις, γεννάς σε όποιο νοσοκομείο θέλεις, και ο γιατρός δεν γνωρίζει τι είναι “φακελάκι”. Αν του έλεγες να του δώσεις παραπάνω χρήματα, θα σου απαντούσε “περίμενε να φέρω το βιβλιαράκι να σου κόψω απόδειξη” – στην σπάνια περίπτωση που δε θα σε κοιτούσε σαν να ήσουν παράφρων. Στη Γερμανία ο υπάλληλος της καφετέριας δε σου μιλάει στον ενικό, δεν είστε φιλαράκια από το πρώτο λεπτό. Ξέρω ότι σε πολλούς αρέσει αυτή η νοοτροπία, αλλά αυτή η νοοτροπία φέρνει μαζί της σχόλια του τύπου “Γιατί να χάσω την ώρα μου να σου πω τις γεύσεις του παγωτού, αφού τελικά βανίλια θα πάρεις” – ναι, μου έχει συμβεί όταν ήμουν έφηβη, και ναι, ντρέπομαι να το ομολογήσω, έκανα μόκο και πήρα βανίλια καθώς ήμουν μικρό κορίτσι και οι αγενείς σερβιτόροι με τρομοκρατούσαν.
Δε λέω ότι κανείς στη Γερμανία δεν είναι αγενής, κανείς δε φοροδιαφεύγει, δε λέω ότι είναι ο παράδεισος επί της γης. Για παράδειγμα, ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά προβλήματα της Γερμανίας είναι ο αντρικός σωβινισμός, που καλύπτεται κάτω από την ταμπέλα “παράδοση” και υπαγορεύει τη γυναίκα στο σπίτι με τα παιδιά. Το γνωρίζετε ότι μόνο 6% των γυναικών με δύο παιδιά στη Γερμανία δουλεύουν full-time; Είναι τραγικό, και οι προσπάθειες του Γερμανικού κράτους να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα φέρνουν μικρά αποτελέσματα. Είναι κι αυτό θέμα νοοτροπίας, όπως όλα τα κακώς κείμενα της Ελλάδας είναι θέμα νοοτροπίας.
Αλλά όταν πρωτοπάς στη Γερμανία, όταν βλέπεις αυτή τη ζωή που θα μπορούσες να έχεις, είναι πραγματικά σαν να είσαι στον παράδεισο. Δεν έχεις τις δεκάδες καθημερινές μικρές πηγές άγχους που έχεις στην Ελλάδα – Θα με βρίσουν στο ταμείο; Θα μπορέσω να μπω στο λεωφορείο; Θα βγάλω άκρη στη δημόσια υπηρεσία; Θα μπορέσω να περάσω το φανάρι χωρίς κάποιος να περάσει με κόκκινο και να με πατήσει; Η δημόσια υγεία, η ηρεμία, η αποκέντρωση, τα μεγάλα και φωτεινά διαμερίσματα, το πράσινο, τα πάρκα, ο χώρος, η τάξη και η ασφάλεια – πράγματα εξωγήινα για εμάς τους Έλληνες, πρέπει να τα δεις για να τα πιστέψεις.
Οι δημόσιες υπηρεσίες, είτε γεμάτες με πολίτες σε αναμονή είτε άδειες, ανάλογα με τον πληθυσμό της κάθε πόλης, ωστόσο πάντα με υπαλλήλους που σε βοηθούν όπως μπορούν να βγάλεις άκρη και δε σε στέλνουν σαν μπαλάκι του πιγκ-πογκ από τον έναν στον άλλο, για να σου πουν στο τέλος ότι πρέπει να έχεις εκείνο το ακριβές έγγραφο και αλλιώς δεν θα γίνει η δουλειά σου. Ναι, και η γραφειοκρατία μπορεί να είναι ευέλικτη. Αλλά και να πας και στη μπυραρία μπορείς, να κατεβάσεις μπύρες μέχρι αργά τη νύχτα με τους φίλους σου, να πας και στο κλαμπ μέχρι το πρωί αν θέλεις – για όσους πουν ότι οι Γερμανοί είναι βαρετοί και δε διασκεδάζουν. Αλλά φυσικά δεν θα πας στα μπουζούκια μέχρι τις 5 το πρωί, ξοδεύοντας χρήματα που δεν έχεις, χρωστώντας σε δεκαπέντε πιστωτικές κάρτες, και κρύβοντας ό,τι μπορείς από την εφορία, ενώ είσαι ήδη υπεράριθμος στην δημοσιοϋπαλληλική θέση που πήρες με ρουσφέτι. Αν αυτή είναι η ζωή που επιθυμείς, τότε μείνε στην Ελλάδα, μη αλλάζοντας τον τρόπο ζωής σου, και συνέχισε να κατηγορείς τους Γερμανούς για όλα τα κακά της μοίρας σου, που επί τουλάχιστον 30 χρόνια χωρίς να το συνειδητοποιείς ρίχνεις ο ίδιος στο κεφάλι σου.
Ιωάννα
Υποσημείωση: έχω έναν Γερμανό συνάδελφο που δούλεψε επί 2 χρόνια στην Ελλάδα. Μου είπε μια φορά: “Νόμιζα ότι στη Γερμανία η γραφειοκρατία ήταν χαοτική και ότι οι τράπεζες ήταν ανοργάνωτες. Μετά έζησα στην Ελλάδα, και τώρα δε θα ξαναπαραπονεθώ ποτέ.”


Στο ελλαδισταν θα μείνουν οι γέροι και οι λαθρομετανάστες έτσι που κατάντησε η χώρα και θα ψηφίζουν Τσίπρα και Κούλη μέχρι να τους βγει η ψυχή.
Η χωρα που διωχνει τα παιδια της .Ισχυουν ολα αυτα,η κακη μας νοοτροπια ,η κακη μας παιδεια, το ανοργανωτο κρατος ..η οικονομικη κριση διωχνει τα μορφωμενα παιδια .θα μεινουμε με τους μεταναστες να τους πληρωνουμε επιδοματα γιατι αν νομιζετε οτι θα εργαστουν πλαναστε…
4:23 μ.μ. να Αγιάσει το στόμα σου, φίλε μου!!!
δεν το διαβασα, γιατι δεν με νοιαζει. καποιοι θα μεινουμε για να φυγουνε οι αλλοι να περασουν καλα εξω και για να υπαρξει κατι σαν χωρα στο μελλον. θα πληρωσουμε το τιμημα αλλα δεν εγκαταλειπουμε.
Πόσο δίκιο έχεις αγαπητή Ιωάννα
Εγώ το μετάνιωσα από τον πρώτο μήνα αφότου
Γύρισα στην Ελλάδα
Β.Γ
Δημοσιεύω το σχόλιο μου σε δυο μέρη λόγο ορίου χαρακτήρων.
Ιωάννα αυτή ακριβώς η Ελλάδα που περιγράφεις είναι η Ελλάδα που ζούμε. Η Ελλάδα που ο παππούς μου και ο δικός σου παππούς δημιούργησαν. Η Ελλάδα που οι γονείς μου και οι δικοί σου γονείς φρόντισαν να μην αλλάξει η τουλάχιστον δεν προσπάθησαν για το αντίθετο. Η Ελλάδα που γεννήθηκαμε,μεγαλώσαμε, και εκπαιδευθηκαμε να ζούμε μέσα σε αυτό το χάλι, σε αυτό το πελατιακό κράτος. Και κάποια στιγμή αφού μεγαλώσουμε και καταλάβουμε ότι αυτό το πράγμα είναι αίσχος, είναι αδικία, είναι άθλιο, και φυσικά καταλάβουμε ότι για όλο αυτό που συμβαίνει πρώτα από όλα φταίμε εμείς… Ναι Ιωάννα μου γλυκιά εμείς, εγώ και εσύ Ιωάννα μου που όλα αυτά τα χρόνια μέσα σε αυτή την αθλιότητα δεν αντιδρασαμε ποτέ. Ποτέ δεν σηκώσαμε φωνή, ποτέ δεν κάναμε καταγγελία στον αρμόδιο φορέα για το χάος που επικρατεί στις δημόσιες υπηρεσίες ή στις συγκοινωνίες, ποτέ δεν απευθυνθεικαμε στον ιδιοκτήτη ενός καταστήματος για να εκφράσουμε τα παράπονα μας ή να καταγγειλλουμε την συμπεριφορά του σερβιτόρου η κάποιου υπαλλήλου. Εμείς Ιωάννα που δεχόμασταν την αγένια αφήνοντας τους να νομίζουν ότι έτσι πρέπει να συμπεριφέρονται, ότι αυτό είναι το σωστό, ότι είναι δικαίωμα τους. Εμείς που δίναμε φακελάκι στον γιατρό γιατί έτσι μας είπαν ότι πρέπει να κάνουμε. Εμείς που αφήσαμε τον περιπτερά να βρίζει όταν πηγαίναμε με πεντοχίλιαρο να πάρουμε παγωτό και δεν κάναμε κάτι για αυτό με αποτέλεσμα να βρισει κ τον επόμενο, κ επόμενο.. Αυτό το σάπιο σύστημα ζει και βασιλεύει ακόμα λοιπόν γιατί μπορεί. Γιατί εμείς όχι μόνο δεν εκφράσαμε την αγανάκτηση μας, όχι μόνο δεν γυρεψαμε το δίκιο μας, όχι μόνο δεν απαιτήσαμε όλα αυτά που δικαιωματικά μας ανήκουν, αλλά αντί αυτού προσπαθησαμε να γίνουμε κ εμείς μέρος του σάπιου ίσως γιατί ειμασταν νέοι και μικρόσωμοι, ίσως γιατί σκεφτόμασταν αυτό που λένε όλοι οι Έλληνες (εγώ θα αλλάξω την κατάσταση?) ίσως γιατί ειμασταν δελτίο, ίσως γιατί απλά μας βόλευε καλή μου Ιωάννα. Εμείς Ιωάννα μου που με την παθητική μας στάση συμφωνούσαμε έμμεσα σε ότι στραβό κ άδικο βλέπαμε. Και μεγαλώσαμε λοιπόν κ τα είδαμε, κ τα καταλάβαμε, κ κάναμε την αυτοκριτική μας, και φτάσαμε να έχουμε επιλογές…..
Μια από αυτές (όχι για όλους) είναι να φύγω, να πάω να ζήσω σε μια άλλη χώρα χωρίς όλα αυτά τα προβλήματα που εγώ και εσύ Ιωάννα μου αν όχι δημιουργησαμε σίγουρα συντηρήσαμε με την ανοχή μας,την αδιάφορα μας, τον φόβο μας, την βολή μας, κλπ. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, το σίγουρο όμως είναι πως φεύγοντας από ένα πρόβλημα, το πρόβλημα δεν λύνεται, παραμένει απλά δεν το βιώνουμε εμείς, το βιώνουν οι φίλοι μας, οι συγγενείς μας, οι γονείς μας, οι συνάνθρωποι μας που έμειναν πίσω. Αν κάποια στιγμή επιστρέψουμε έστω και για διακοπές το πρόβλημα θα είναι εκεί, θα το βρούμε όπως όταν το αφήσαμε ίσως και χειρότερο. Και αν όχι εμείς, τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας κάποια στιγμή στο μέλλον. Σεβαστή η επιλογή σου Ιωάννα να μεταναστευσεις στην Γερμανία, ελπίζω να μην έχουν θέμα εκεί με τους μετανάστες γιατί εδώ στη χώρα με τους ποσοτικά περισσότερους ίσως μετανάστες στον κόσμο δεν τους θέλουμε το ξέρεις. Σου εύχομαι να έχεις μια καλή, ασφαλή, και χωρίς προβλήματα ζωή εκεί. Εμάς άσε μας να ζήσουμε εδώ με τα προβλήματα που όλοι εμείς φταίμε που υπάρχουν, και αυτοί που φεύγουν και αυτοί που μένουν, και να προσπαθήσουμε να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας δίνοντας τους τις βάσεις έτσι ώστε να μην γίνουν λαμόγια, κηφήνες, αγενείς, αδιάφοροι, να είναι καλοί κ δίκαιοι άνθρωποι, ευγενικοί, να έχουν βούληση, να διεκδικούν αυτά που τους ανήκουν όχι περισσότερα όχι λιγότερα, να νοιαζωνται για τον συνάνθρωπο τους κ για το συλλογικό καλό κ όχι για τον εαυτό τους μόνο, να μάθουν να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα κ πόσο μάλλον αυτά για τα οποία έχουν ευθύνη κ οι ίδιοι, κ να μην γίνουν υπέρμαχοι του (μακριά από τον κ@λο μας κ όπου θέλει ας μπει). Αν τα καταφέρουμε κ αυτές είναι οι αρχές κ η νοοτροπία που θα περνάει από γενιά σε γενιά κ όχι αυτό που υπάρχει σήμερα, τότε καλή μου Ιωάννα μετά από χρόνια ίσως εσύ, ίσως τα παιδιά σου ή τα εγγόνια σου ζήσουν σε μια Ελλάδα που να μην έχει να ζηλέψει τίποτα από καμία χώρα κ να μην τρέχουν να γλυτώσουν από τα προβλήματα όπως πολλοί σήμερα από χώρα σε χώρα. Και το πιο σημαντικό!! Δεν θα χρειάζεται να γράφουν άρθρα για να αναφέρουν τα χάλια που άφησαν πίσω (όλοι θα τα ξέρουν) κ για τα οποία θα έχουν κ οι ίδιοι μεγάλο μερίδιο ευθύνης.
Με εκτίμηση.
Κώστας Κ.
Συμφωνώ εν μέρει με τα σχόλια σας, όμως εμείς που μείναμε πίσω δεν είμαστε όλοι κάφροι και αμόρφωτοι αντίθετα προσπαθούμε και θα προσπαθούμε να βελτιώσουμε ότι μπορούμε από μόνοι μας , γιατί αγαπάμε την πατρίδα μας,τις ομορφιές της το κλίμα της, τις παραδόσεις της και να μην μας φταίει πάντα το σύστημα, γιατί το σύστημα το φτιάχνουμε εμείς. Πιστεύω λοιπόν ότι εάν καλά μυαλά μείνουν και προσπαθήσουν κάτι καλό θα γίνει στο μέλλον. Ας ΜΗΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΊΠΟΥΜΕ όλοι με την πρώτη δυσκολία!!!!
η χώρα διαλύθηκε από το 1981 και μετά.
Ανθελληνιδα ντροπη σου εβαλες την ουρά στα σκελια και εφυγες αντι να κατσεις εδω να παλεψεις για μενα
οποιος οποια φευγει για εξωτερικο ειναι ανθελληνες ανθελληνιδες για αυτο φτασαμε εδω που φτασαμε ειναι και αυτος ενας απο τους λογους το κανανε το 50 και να τα αποτελεσματα το καουνε τωρα να που καταντησαμε να μεινετε εδω να παλεψετε και οχι να πηγαινετε στα ξενα και να λετε οτι ειστε 2 φορες Ελληνες απο εμας εδω που παλευουμε καθε μερα για ενα καλυτερο αυριο που δεν βαλαμε την ουρά στα σκελια να φυγουμε φανταστητε να κανανε το ιδιο 1821 η το 1940 η ο Λεωνιδας να εκανε το ιδιο τη θα γινοτανε τωρα ντροπη σας
11:42 μ.μ. Δεν χρωσταμε σε κανενα και τιποτα μαζι δεν τα φαγαμε αν δεν υπηρχε η Ελλαδα να εχει τετοιους πολιτικους να τα δινουν ολα στη γερμανια η γερμανια δεν θα υπηρχε σαν κρατος σημερα εδω εχουν πετσοκοψει συνταξεις μισθους επιδοματα και στη γερμανια δινουν 1500 ευρω επιδομα ανεργιας και εδω ψιχουλα χαρις την Ελλαδα ζει ο λαος της γερμανιας που δουλευει λιγοτερο απο εμας και αμοιβεται περισσοτερο
7:41 μ.μ. κι εμείς δεν διαβάζουμε το σχόλιό σου μετά την πρώτη πρόταση, ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Κοίτα κάτι συμπτώσεις…
κακομοιρακο 12.28 ξερεις κανεναν συριζαιο που ψήφισε εις διπλουν αυτα τα σκ@τα νομιζοντας οτι θα εσωζαν την Ελλαδα, αλλα μολις ειδε τα ζορια ξεκουμπιστηκε για το εξωτερικο οικογενιακως? Γιατι εγω ξερω και περαν του ενος!!!!!! Οποτε ανθελληνιδα δεν ειναι η Ιωαννα. Αγωνιστρια ειναι, ισως και απελπισμενη. Ο απελπισμενος φευγει για μια νεα ζωη σε νεο τοπο, οχι ο ανθελληνας. Αν δεν ξερεις τον ορισμο του ανθελληνος, ανοιξε κανα ρημαδι λεξικο, ασχετε και αγραμματε!!! Ουτε καν πότε εγινε η μαχη των Θερμοπυλων ξερεις, γιαυτο δεν εδωσες ημερομηνια. Τουλαχιστον θα ανοιξεις τωρα το Wikipedia να μαθεις;
6:25 δεν με νοιαζει αν το διαβασες, πηγαινε και εσυ εξω…
όπως κι εμένα δεν με νοιάζει αν πληρώσεις το τίμημα κι εσύ προσωπικά. Ξαναψήφισε τσίπρα πάντως δύσμοιρε 10.21.
6:31 μ.μ. Κακομοιρακος εισαι εσυ για μενα οποιος οποια φευγει και δεν μενει να παλεψει τελος ανθελληνας ανθελληνηδα ειναι πως να το κανουμε η αγαπας μενεις και παλευεις η βαζιες την ουρα στα σκελια και την κανεις πλην ελαχιστον περιπτωσεων αυτη που πανε για μεταπτυχιακο δνε τους θεωρω ανθελληνς ανθελληνιδες καταλαβες ασχετως και αγραματος εισαιε συ οκ
επί παραδείγματι: "πλην ελαχιστον περιπτωσεων" από τη στιγμή που αδυνατείς να γράφεις σωστά την μητρική σου γλώσσα, εντάσσεσαι κι εσύ στους ανθέλληνες, αν όχι στους βαρβάρους, είτε σου αρέσει είτε όχι. Τέλος!