Αμείωτη συνεχίζεται η εξάπλωση της πανδημίας παγκοσμίως, με νέες εστίες και αναζοπυρώσεις και χωρίς να έχει ακόμη ξεκινήσει το δεύτερο κύμα. Ενώ όμως ο πλανήτης καταγράφει καθημερινά 200.000-240.000 νέα κρούσματα και περί τους 4.500-5.500 θανάτους, υπάρχει και ένα καλό νέο. Επιστήμονες διαπιστώνουν ότι ήδη από τον περασμένο Μάιο, η θνησιμότητα μειώνεται κατά το ένα τρίτο στους πάσχοντες από COVID – 19.

Δεδομένα από τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας από 11 χώρες της Ευρώπης, Ασίας και Βορείου Αμερικής, δείχνουν ότι η καλύτερη γνώση της συμπεριφοράς του ιού στο ανθρώπινο σώμα, έχει οδηγήσει σε βελτίωση της ιατρικής πρακτικής, ιδίως όταν η κατάσταση είναι κρίσιμη και χρειάζεται εντατική υποστήριξη. Το γεγονός αυτό, έχει προκαλέσει μείωση της συνολικής θνησιμότητας στις ΜΕΘ σχεδόν κατά το ένα τρίτο, αφού στα τέλη Μαΐου το ποσοστό θνησιμότητας έπεσε στο 41,6% από το 59,5% στα τέλη Μαρτίου.

Παρά το αισιόδοξο εύρημα, Βρετανική ερευνητική ομάδα, προχώρησε σε μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό British Medical Journal (BMJ), στην οποία διαπιστώθηκε ότι παρά τη μείωσή της, η θνησιμότητα παραμένει στο 22%, ποσοστό διπλάσιο σε σχέση με την θνησιμότητα από άλλες ιογενείς πνευμονίες που χρειάζονται εντατική. Η διαπίστωση αυτή, συνεχίζει να υπογραμμίζει την κρισιμότητα της κατάστασης που έχει προκαλέσει η πανδημία.

Η ανάλυση, περιελάμβανε 24 μελέτες παρατήρησης με 10.150 ενήλικες ασθενείς σε νοσοκομεία της Κίνας (οκτώ μελέτες), των ΗΠΑ (έξι μελέτες), της Γαλλίας (δύο μελέτες), του Καναδά, της Δανίας, Ολλανδίας, Χονγκ Κονγκ, Ιταλίας, Σιγκαπούρης, Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου (από μία μελέτη για κάθε μία από τις προηγούμενες χώρες).

Το κύριο αποτέλεσμα της αναθεώρησης ήταν η μέτρηση των θανάτων σε ΜΕΘ επί του συνόλου των θεραπειών που παρασχέθηκαν σε ΜΕΘ και ολοκληρώθηκαν, είτε γιατί δόθηκε εξιτήριο, είτε γιατί οι ασθενείς κατέληξαν. Δεν συμπεριελήφθησαν οι ασθενείς που παρέμειναν νοσηλευόμενοι στις εντατικές. Οι ασθενείς που μετείχαν είχαν νοσηλευτεί από τις 16 Δεκεμβρίου 2019 έως τις 28 Μαΐου 2020 και μόνο 7 μελέτες περιείχαν δεδομένα για όλους τους ασθενείς. Στις υπόλοιπες μελέτες, το ποσοστό των ασθενών που βγήκαν από τη ΜΕΘ κυμάνθηκε από 24,5% έως 97,2%.

Συγκεκριμένα, από τον Ιανουάριο ως το Μάιο, η συνολική θνησιμότητα σε ασθενείς σε ΜΕΘ ήταν κατά μέσο όρο 41,6% (με εύρος από 34% έως 49,7%), όταν από τον Ιανουάριο ως τον Μάρτιο, η θνησιμότητα που είχε καταγραφεί έφθανε το 59,45%.

Οι ερευνητές απέδωσαν τη μείωση της θνησιμότητας, στην εξαιρετικά γρήγορη μετάδοση της γνώσης διεθνώς σχετικά με τη διαχείριση της νόσου, με την άμεση δημοσίευση κλινικών ευρημάτων σε παγκόσμια κλίμακα. Ένας άλλος παράγοντας για τη μείωση του ποσοστού των θανάτων, μπορεί να οφείλεται και στην αλλαγή των κριτηρίων εισαγωγής σε ΜΕΘ, εξαιτίας της πίεσης που υπέστησαν τα συστήματα υγείας στην αρχή της πανδημίας.

Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι η μακρά παραμονή σε ΜΕΘ επηρεάζει τα δεδομένα και σημείωσαν πως περίπου το 20% των εισαγωγών ΜΕΘ στο Ηνωμένο Βασίλειο διήρκεσαν περισσότερο από 28 ημέρες και το 9% διήρκεσε πάνω από 42 ημέρες.

«Το μήνυμα, ωστόσο, είναι ότι καθώς η πανδημία έχει προχωρήσει και όλοι αυτοί οι παράγοντες συνδυάζονται, η επιβίωση των ασθενών που εισήχθησαν σε ΜΕΘ με covid-19 έχει βελτιωθεί σημαντικά», ανέφεραν.

Η θνησιμότητα δεν διέφερε σημαντικά στις διαφορετικές ηπείρους και οι ερευνητές υπογράμμισαν ότι κατά τη διάρκεια της μελέτης, δεν είχε επιβεβαιωθεί κάποια αποτελεσματική θεραπεία, όπως συνέβη τελευταία με τη χορήγηση δεξαμεθαζόνης σε διασωληνωμένους ασθενείς.

 

 

πηγη