1) Πορεία της Ένταξης του Έργου: Αποκατάσταση και Ανάδειξη της Βενετικής Υδατογέφυρας στον Άσσο, Δήμου Κορινθίων, Περιφέρειας Πελοποννήσου, προϋπ. 420.000,00 €.

Η υδατογέφυρα χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με την υπουργική απόφαση  ΥΠΠΟ/Αρχ./Β1/Φ3/15739/349/8-6-1995, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 570/Β/29-6-95  μετά από συνεχείς προσπάθειες του αείμνηστου προέδρου του Άσσου  και πολ. μηχανικού Βασ. Κακιζή ο οποίος έκανε περαιτέρω ενέργειες για τη συντήρηση του. Οι προσπάθειες συνεχίστηκαν από τον Δήμαρχο Άσσου – Λεχαίου κ. Χαράλαμπο Καμπούρη  και ανατέθηκε η εκπόνηση αρχιτεκτονικής μελέτης στο γραφείο της αρχιτέκτονος κ. Ελένης Ρούσου και στους συνεργάτες κ. Ιωάννη Σταυρόπουλο και κ. Κωνσταντίνο Πετράκο. Η μελέτη εγκρίθηκε από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) τον Ιανουάριο 2013. Στη συνέχεια, από τις τεχνικές υπηρεσίες του Δήμου Κορινθίων συμπληρώθησαν τα απαιτούμενα τεύχη και εντάχθηκε από τον Περιφερειάρχη κ. Πέτρο Τατούλη, σε συνεργασία με τις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, στο ΕΣΠΑ 2013-2020 με προϋπολογισμό 420.000 Ευρώ, στο πλαίσιο της πολιτιστικής αναμόρφωσης της Πελοποννήσου και με έργα της θητείας του κ. Τατούλη που ξεπερνούν τα 70.000.000 ευρώ και για την Κορινθία τα 7.000.000 ευρώ. Το έργο ήδη υλοποιείται με την επίβλεψη της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού.

2) Ιστορικό περιβάλλον

Είναι αληθές ότι κάθε δόμημα πέρα από τη χρηστική σκοπιμότητα που επιβάλλει την κατασκευή του, το αισθητικό αποτέλεσμα που προσφέρει, είναι έκφραση των δυνατοτήτων της εποχής του, των ικανοτήτων των ανθρώπων για δημιουργία και κατασκευές.

Ακόμα περιέχει την τεχνογνωσία της δομής του, την τεχνολογία των υλικών. Συγχρόνως, εκφράζει το επίπεδο πολιτισμού, τις κοινωνικές σχέσεις, τα οικονομικά μεγέθη και πολλά άλλα. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να μελετηθεί η Βενετική γέφυρα στο Ράχιανι ή Λογγοπόταμο ή Λόγγο στην περιοχή του Άσσου Κορινθίας.

Η Βενετία μετά από ένα επιθετικό πόλεμο κατά των Τούρκων, που άρχισε το 1684 υπό τον Αρχιστράτηγο Φραντσέσκο Μοροζίνι. (Francesco Morosini,1685-1699), κατέλαβε πλήρως το 1688 την Πελοπόννησο σε αντιστάθμισμα για την απώλεια της Κρήτης που είχε συμβεί το 1669 και ίδρυσε νέο Βασίλειο στην Ανατολή, το Βασίλειο του Μοριά ή Regno di Morea. Ο Φραντσέσκο Μοροζίνι ήταν ο τελευταίος Δόγης που διοικούσε το στρατό.

Η κατοχή κράτησε μόλις 30 χρόνια 1685-1715, αφού το καλοκαίρι του 1715 οι Οθωμανοί, κατά τη διάρκεια του 7ου Βενετο-Οθωμανικού πολέμου, ανέκτησαν την Πελοπόννησο και έπαψε η θαλάσσια κυριαρχία των Βενετών (Dominium Maris), ως αποτέλεσμα μιας αργής και αναπότρεπτης ύφεσης. Η μικρή αυτή τομή στην Οθωμανική κατάκτηση αποτέλεσε αιτία μεταγενέστερων εξελίξεων στην Πελοπόννησο.

Κατά τα χρόνια της βραχύβιας κτήσεως, έγινε από τους Βενετσιάνους σοβαρή προσπάθεια για την αναδιοργάνωση, ανασυγκρότηση του τόπου, οικονομικά, διοικητικά, στρατιωτικά, κοινωνικά προκειμένου να επιτύχουν την ασφάλεια και την αυτάρκεια στην περιοχή.

Πρώτες ενέργειες των Βενετών ήταν:

  1. Η συντήρηση, η επισκευή των υπαρχόντων φρουρίων και ο σχεδιασμός νέων οχυρώσεων.
  2. Η εγκαθίδρυση της Καθολικής Εκκλησίας.
  3. Η διοικητική και στρατιωτική οργάνωση του ερημωμένου από τον πόλεμο και την πανώλη (Yersinia Pestis) βασιλείου.
  4. Η οικονομική ανασυγκρότηση του τόπου μετά τις καταστροφές του πολέμου, πολιτικές για την αύξηση του πληθυσμού, των καλλιεργημένων εκτάσεων, η διανομή των πρώην Τουρκικών εκτάσεων στους Έλληνες.
  5. Η αναπτυξιακή οικονομική πολιτική με στόχο την αύξηση των δημοσίων εσόδων και ο σχεδιασμός και η μελέτη της διόρυξης του Ισθμού.
  6. Η άμεση χαρτογράφηση και κτηματογράφηση της Πελοποννήσου, στο πλαίσιο του δημοσιονομικού τύπου εδαφικότητας, δράσεις που δεν γινόντουσαν αντιληπτές από τους ντόπιους.

Στο πλαίσιο αυτό θα αναφερθούμε για τους χάρτες, του τοπογράφου μηχανικού και στρατιωτικού Τζιάκομο Βερνέντα (Giacomo Verneda), της περιοχής του Ισθμού που εκτείνονταν περίπου από το σημερινό Λουτράκι, σε 6 πινακίδες, μέχρι τον ποταμό της Νεμέας (Ζαπάντη).

Οι χάρτες αυτοί σε κλίμακα με βενετσιάνικα πόδια (Passi) όπου ένας Βενετικός  πόδας αντιστοιχεί σε 1,73μ. είναι ιδιαίτερα επιμελημένοι και πλήρεις για την εποχή τους. Περιέχουν μεγάλο αριθμό πληροφοριών με απεικονίσεις δρόμων, οικοδομών, όρια  ιδιοκτησιών, χαρακτηριστικά σημεία στο έδαφος, καλλιέργειες, ποταμούς, έργα υποδομής, υδρόμυλους (molin), θέσεις για στρατιωτικές ασκήσεις, ειδικά κτήρια, εκκλησίες (chiesae), πύργοι παρατήρησης (Torri di Guardia) το ανάγλυφο του εδάφους, λόφοι (collinae), ακτές οι οποίες απεικονίζονται με ακρίβεια.

Συγχρόνως, με τις δύο τομές στο έδαφος, απεικονίζονται τα υψόμετρα με αντίστοιχη κλίμακα πάλι σε βενετικά πόδια (Passi). Από την υπερθέαση των βενετικών χαρτών με τους σημερινούς λαμβάνουμε χρήσιμα στοιχεία, πολύτιμες πληροφορίες για την περιοχή και την εξέλιξη της.

Μεταξύ των ποταμών που αναφέρονται είναι και ο Ράχιανι, στον οποίο κατασκευάσθηκε η εν λόγω υδατογέφυρα. Ράχιανι ή Λογγοπόταμος ή Λόγγος είναι ένας μικρός ποταμός ο οποίος πηγάζει από την κοιλάδα των Κλεωνών και διασχίζοντας την πεδιάδα της Βόχας εκβάλει στον Κορινθιακό κόλπο. Η σημερινή εκβολή βρίσκεται ανατολικά και σε επαφή με τον μικρό λιμένα του Άσσου, ενώ στα χρόνια της Βενετοκρατίας η θέση ήταν δυτικότερα, στη μέση του σημερινού λιμένα. Το εύρος της εκβολής ανερχόταν στα 280μ. ενώ το πλάτος του ποταμού  πλησίον της θέσης αυτής ανερχόταν στο 90μ.

Η υδατογέφυρα, μοναδικό μνημείο στη Πελοπόννησο, κατασκευαστικό κομψοτέχνημα, απέχει από τη σημερινή ακτογραμμή περίπου 5.200μ. και 900μ. από τη σημειούμενη γέφυρα που αναφέρεται στο σχέδιο, κατάντη αυτής και η οποία σήμερα δεν εντοπίζεται. Ανάντι της υδατογέφυρας βρίσκονται δύο υδρόμυλοι σε αποστάσεις 90μ. και 900μ. αντιστοίχως.

3) Περιγραφή της υδατογέφυρας

Πρόκειται για μια τρίτοξη υδατογέφυρα με εξαιρετικά χαρακτηριστικά, η οποία αναπτύσσεται σε δύο διαζώματα. Έχει ύψος 8,50μ., μήκος 27,0μ. και πλάτος υδραύλακα 2,15μ. περίπου.

Στο πρώτο διάζωμα η γέφυρα αποτελείται από ένα μεγάλο κεντρικό τόξο που στηρίζεται σε δύο ακρόβαθρα. Έχει διάμετρο D=8,70μ. και ακτίνα R=4,35 και παρουσιάζει τέλειο ημικυκλικό άνοιγμα. Είναι κατασκευασμένο από δόμους, οι οποίοι στη στεφάνη του τόξου συναρμόζονται ως θολίτες ίσων διαστάσεων με κονίαμα με καλή μεταξύ τους επαφή.

Τα ακροβάθρα βρίσκονται σε απόσταση από την όχθη και μέσα στην κοίτη του ποταμού. Είναι ένα πρισματικό στερεό που ορίζεται από ένα ορθογώνιο πεσσό και δύο τοίχους που αποτελούν επεκτάσεις των υπαρχόντων πτερυγοτοίχων, οι οποίοι υπό μορφή αστερία και στις δύο πλευρές της γέφυρας σχηματίζουν γωνία 120ο με τον άξονα της.

Με αυτή την αρμονική διάταξη και τα συμβατά μήκη τους, οι πτερυγότοιχοι αντιμετώπιζαν την ορμή των υδάτων στη μπροστινή επιφάνεια, ενώ στην πίσω τους στροβιλισμούς και τη δίνη αυτών. Το δεύτερο διάζωμα αποτελείται από μια τοξωτή πεσσοστοιχία και δύο μικρότερα ημικυκλικά τόξα εκατέρωθεν του κεντρικού. Αυτά βαίνουν από τα αντίστοιχα ακρόβαθρα και τελειώνουν σε πεσσούς με χρήση παραστάδας, απ’ όπου ξεκινούν πλάγιες αντηρίδες, μικροί πτερυγότοιχοι,  σε επαφή με το φυσικό έδαφος.

Η πεσσοστοιχία αποτελείται από 7 ημικυκλικά τόξα που βαίνουν σε πεσσίσκους ορθογωνικής διατομής και καταλήγουν στους ολόσωμους πεσσούς των ακροβάθρων. Οι πεσσίσκοι διαστάσεων 2,00μ. x 0,50μ. εδράζονται στο πρώτο διάζωμα, είναι άνισοι και ακολουθούν τις καμπυλότητες του εξωραχίου του τόξου εδράσεως τους.

Πάνω στο δεύτερο διάζωμα είχε κτισθεί υδραύλακας, τραπεζοειδούς διατομής, διαστάσεων κάτω βάση 0,50μ., άνω 1,20μ. σε πλαϊνές τοιχοδομές των οποίων οι άνω επιφάνειες έχουν πλάτη 0,35μ. Το βάθος του υδραύλακα ήταν 1,0μ. Το υλικό δομής ήtαν αργοί λίθοι με πλούσιο κονίαμα οι οποίοι ήtαν επιχρισμένοι με κονίαμα ενισχυμένο με κουρασάνι, που εξασφάλιζε τη στεγνότητα και την αύξηση των αντοχών με το χρόνο (υδραυλικό κονίαμα). Η παροχή του ανοικτού αγωγού υπολογίζεται για μια κλίση 2% σε Q=1.14 μ3./ δευτ., ή Q=4.104μ3/ώρα ή Q=98.496μ3/ημέρα.

Το νερό ερχόταν μέσω ανοικτού αγωγού παράλληλου στη δυτική όχθη, από προηγούμενη θέση του Ράχιανι που βρισκόταν στα ανάντη, όπου είχε αποταμιευθεί σε φράγμα σε άγνωστη στενή θέση. Μέσω της υδατογέφυρας περνούσε στην έναντι ανατολική όχθη και στη συνέχεια άρδευε τις εκτάσεις σε κατάντη περιοχές. Την κατασκευή της γέφυρας μπορούμε να την αποδώσουμε στην πολιτική της αξιοποίησης των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Πελοποννήσου εκ μέρους των Βενετών και στην άρδευση των καλλιεργειών νέων και παλαιών, όπου η μονοκαλλιέργεια των σιτηρών αντικαταστάθηκε από ελαιόδενδρα, αμπέλια και μουριές. Ακόμη μπορούμε να δεχτούμε ότι κάτοικοι της περιοχής εργάστηκαν στο έργο στο πλαίσιο της αγγαρείας που τους είχε επιβληθεί.

4) Επισκευή Υδατογέφυρας

Η κατάσταση της γέφυρας δεν είναι κακή. Δεν εμφανίζει επικίνδυνα δομικά προβλήματα. Οι βλάβες και η παθολογία της κατασκευής οφείλονται σε ανθρωπογενή αίτια, στην εγκατάλειψη και στην έλλειψη συντηρήσεως.

5) Στόχοι της επισκευής-παρέμβασης είναι:

  1. Η αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων για να σταματήσει η φθορά και να επανορθωθούν οι υφιστάμενες ζημιές.
  2. Η αισθητική αναβάθμιση του μνημείου και του περιβάλλοντος χώρου ως μία ενότητα.
  3. Η ανάδειξη της μεγάλης ιστορικής και αρχαιολογικής αξίας της κατασκευής.
  4. Η ένταξη του στο γενικότερο περιβάλλον και η οργάνωση του υπαίθριου χώρου για τη συνεχή επισκεψιμότητα.

Οι επεμβάσεις γίνονται  με τις αρχές που απορρέουν από τον χάρτη της Βενετίας μαζί με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δομήματος, η αυθεντικότητα των οποίων διατηρείται, μέσω της άρτιας και επιμελούς επέμβασης που πραγματοποιείται με την επίβλεψη της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων.

6) Συμπέρασμα

Τελειώνοντας αυτήν την περιήγηση νιώσαμε όλοι όχι μόνο τη δροσερή αύρα της κοιλάδας του Ράχιανι, γεμάτη ευωδίες και αρώματα από τις ροδοδάφνες, τα σμέρτα, τα οπωροφόρα δέντρα, τα κυπαρίσσια, τις ελιές, τα κλήματα, αλλά και την ιστορική αύρα που εκπέμπει το Βενετικό μνημείο και όλος ο χώρος του Ράχιανι.

Χώρος που είναι πλημμυρισμένος και αρωματισμένος από μνήμες, θύμησες, αγώνες, μάχες, γεγονότα μικρά και μεγάλα. Μνήμες της ιστορίας του τόπου που έρχονται από τα χρόνια του Ηρακλή και νωρίτερα. Θύμησες που εμπλουτίζονται από τις περιόδους της Αρχαίας Ελλάδας, της Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής, της Α’ Τουρκοκρατίας, της Β’ Ενετοκρατίας, της Β’ Τουρκοκρατίας, των Εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων των Ελλήνων κατά των Τούρκων.

Αυτή η ιστορική αύρα η οποία είναι η δύναμη της περιοχής της Βόχας και των κατοίκων της, έχει γίνει πλέον πηγή ζωής για όλους μας, για να διεκδικήσουμε το μέλλον που μας αξίζει, βασισμένο στη μνήμη της πλούσιας ιστορίας του τόπου τούτου.

 

Δρ. Απόστολος Ε. Παπαφωτίου

Πολιτικός Μηχανικός Ε.Μ.Π.

Οικονομολόγος Ε.Κ.Π.Α.