Γράφει ο Χαράλαμπος Κασίμης

Αποφάσισα να παρευρεθώ στην κοπή της πίττας του Επιμελητηρίου την Κυριακή 8/1/2023.

Εντυπωσιάστηκα από την συμμετοχή του κόσμου, αν όμως «ξύσει» κανείς κάτω από το «φαίνεσθαι» της εκδήλωσης αναζητώντας το «είναι», οδηγείται σε ορισμένες βασικές παρατηρήσεις:

Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης περιέγραφαν μιαν ιδανική εικονική πραγματικότητα για την οικονομία και την κοινωνία με αριθμούς και μεγέθη που ευημερούν, σε ότι αφορά την ανάπτυξη, την στήριξη του εισοδήματος και των επιχειρήσεων, την φορολογία και την ανεργία, ενώ είναι ολοφάνερο ότι οι άνθρωποι δυστυχούν.

Οι εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης και των συλλογικών φορέων επικροτούσαν, χωρίς να προσθέσουν τίποτα περισσότερο από του βήματος, πέραν των ευχαριστιών τους προς τους εκπροσώπους της κυβέρνησης. Καμία αυτόνομη σκέψη, πρόταση, διεκδίκηση, παρέμβαση. Καμία πολιτική γενναιότητα που θα αναγνωρίζει και θα αποδίδει με δίκαιο τρόπο ό,τι θετικό πραγματοποιήθηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση της χώρας.

Έγινε φανερή για άλλη μια φορά η εμμονή σε μία παλαιοκομματικού και πελατειακού τύπου συμπεριφορά ενός «γερασμένου» (και εκτός αναγκών της εποχής) πολιτικού συστήματος, το οποίο εκφράζει πρωτίστως η κυβερνητική εξουσία, αλλά, δυστυχώς, σε ένα βαθμό και βασικοί θεσμοί της δημοκρατίας μας, όπως οι επαγγελματικοί συλλογικοί φορείς σαν το Επιμελητήριο, και η τοπική αυτοδιοίκηση.

Πρέπει να μας προβληματίσει, αν πράγματι πρόκειται για την συνειδητή «κατασκευή» μιας πλασματικής εικόνας που στοχεύει στην παραπλάνηση του κόσμου ή αν δεν έχουν και οι ίδιοι συνείδηση της πραγματικότητας. Και οι δύο περιπτώσεις είναι πολιτικά επικίνδυνες συμπεριφορές. Ποιος ξέρει, μπορεί να τους παρέσυρε και παραπλάνησε η τυπική ευγένεια των συμμετεχόντων στην εκδήλωση, που επέδειξαν ανοχή στους πολλούς κοινότυπους χαιρετισμούς και στα «επιτεύγματα» κυβέρνησης και κυβερνητικών αυτοδιοικητικών.

Το περιβάλλον αυτής της σιωπηρής ανοχής και «ευημερίας» ήρθε να ταράξει ο πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος (ΓΣΕΒΕΕ) κ. Καββαθάς και να διαταράξει, με τον χαιρετισμό-παρέμβασή του, την εικονική πραγματικότητα του κυβερνητικού αφηγήματος.  Υπενθύμισε ότι τα χρέη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων προς το δημόσιο έχουν αυξηθεί κατακόρυφα, ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις  έχουν αποκλειστεί από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, ότι δεν έχουν πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση (δεν ξεπερνούν τις 49.500 οι επιχειρήσεις που έχουν πρόσβαση),  ότι η βιωσιμότητά τους απειλείται από το ενεργειακό κόστος και τα χρέη που συσσώρευσε η πανδημία και η πτώση του τζίρου τους.

Ο κ. Καββαθάς δεν έμεινε μόνο εκεί. Υπενθύμισε την πρόταση για την διαγραφή μέρους του χρέους που δημιουργήθηκε στην πανδημία και την ρύθμιση των 120 δόσεων για την αποπληρωμή του υπολοίπου ποσού (κάτι που είχε ήδη αναφέρει και ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Γιώργος Ψυχογιός) για να καταλήξει στο υπογεγραμμένο μνημόνιο με την ΓΣΕΒΕΕ επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, με χρηματοδότηση 15 εκατ. για την δημιουργία δομών επιχειρηματικότητας στα Επιμελητήρια, το οποίο η κυβέρνηση, δια του κ. Γεωργιάδη, αρνείται να υλοποιήσει.

Και εδώ βρίσκεται το πολιτικά ενδιαφέρον σημείο. Ο κ. Καββαθάς διεκόπη τρεις φορές από τα χειροκροτήματα των συμμετεχόντων για την κριτική που άσκησε στην κυβέρνηση γεγονός που σημαίνει ότι τελικά η πραγματικότητα είναι κάτι βαθύτερο και ισχυρότερο από την εικονική ευημερία του κυβερνητικού αφηγήματος και των δημοσκοπήσεων.

Εν κατακλείδι.

Απέναντι στους ισχυρισμούς και κομπασμούς της κυβέρνησης και των εκπροσώπων της στον νομό, σήμερα διαβάζουμε ότι η χώρα εξακολουθεί για μέρες να είναι η πιο ακριβή αγορά ενέργειας στην Ευρώπη, να έχει την πιο ακριβή τιμή βενζίνης, να έχει διπλάσιο ποσοστό ανεργίας από τον μέσο όρο της Ευρώπης και το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη (11,4% έναντι 12,4% της Ισπανίας), η ανεργία των νέων κάτω των 25 ετών να είναι υπερδιπλάσια (31,3%) του ευρωπαϊκού μέσου όρου (15,1%) – να έχει αυξηθεί τον Νοέμβριο του 2022 κατά 3,2 ποσοστιαίες μονάδες σε ένα μήνα, να έχει υπερδιπλάσιο πληθωρισμό τροφίμων (15%) από τον γενικό δείκτη πληθωρισμού (7,6%), και τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα να έχουν απολέσει το 40% της αγοραστικής τους δύναμης.

Αυτή την πραγματικότητα δεν μπορεί να την εξαφανίσει εύκολα η κυβέρνηση και οι χειροκροτητές της. Αργά ή γρήγορα, αυτή παίρνει την εκδίκησή της.