• Η διάνοιξη της Διώρυγας της Κορίνθου, 25 Ιουλίου 1893, η οποία ενώνει τον Σαρωνικό με τον Κορινθιακό κόλπο, στη θέση του Ισθμού της Κορίνθου, λίγο ανατολικότερα από την πόλη της Κορίνθου έγινε η αφορμή για να αναλογιστούμε την πολιτισμική σημασία του Ισθμού, ως σταυροδρόμι των λαών.

Η «Άφνειος Κόρινθος» υπήρξε από την αρχαιότητα μια από τις πιο σημαντικές πόλεις του τότε γνωστού κόσμου. Η γεωγραφική της θέση την ανέδειξε σε σπουδαίο ναυτικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο.

Τα εγκαίνια της Διώρυγας της Κορίνθου, Κωνσταντίνος Βολανάκης 1893

Το πέρασμα του Ισθμού και η παράκαμψη του Κάβου Μαλέα απασχόλησε από πολύ νωρίς τους ναυτικούς. Η δυσκολία της μεταφοράς των ανθρώπων και των εμπορευμάτων δια ξηράς με τη μέθοδο της μεταφοράς τους ώθησαν τον Τύραννο της Κορίνθου, Περίανδρο, να κατασκευάσει τον περίφημο Δίολκο, ένα πλακόστρωτο διάδρομο, ντυμένο με ξύλα πάνω στον οποίο γλιστρούσαν τα πλοία της εποχής εκείνης αλειμμένα με λίπος και περνούσαν τον Ισθμό από την μια ακτή στην άλλη.

Οι πρόσφατες ανασκαφές στον αρχαίο Δίολκο της Κορίνθου

Υπήρχε μάλιστα και μια ειδική λέξη γι’ αυτή τη διαδικασία μεταφοράς των πλοίων. Έλεγαν ότι τα πλοία υπέρισθμίζοντο, δηλαδή διείλκοντο δια μέσου της ξηράς από τη μια θάλασσα στην άλλη, ενώ τα εμπορεύματα μεταφέρονταν με υποζύγια. Τα πλοία πλήρωναν πανάκριβα τέλη που ήταν ένα από τα πιο σημαντικά έσοδα της Κορίνθου.

Η ιδέα της διώρυγας υπήρχε ήδη από την εποχή του Περίανδρου, το 602 π.Χ. ,που όμως εγκατέλειψε το σχέδιο του, από το φόβο ότι θα προκαλούσε την οργή των Θεών, ύστερα από το Χρησμό της Πυθίας που έλεγε : « Ισθμόν δε μη πυργούτε μήδ’ ορύσσετε». «Ζευς γαρ έθηκε νήσον η κ’ εβούλετο».

Ο πρώτος που προσπάθησε την υλοποίησή του ήταν ο Νέρων, το 66 μ.Χ., σε σχέδια του Ιούλιου Καίσαρα και του Καλιγούλα. Μετά το θάνατο του Νέρωνα, συνέχισε την προσπάθεια ο Ηρώδης ο Αττικός, ο οποίος όμως την εγκατέλειψε.

Το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας βρήκε την Ελλάδα στο κατώφλι της Βιομηχανικής Εποχής. Οι συνθήκες για τη διόρυξη του Ισθμού ήταν πιο ευνοϊκές και ο κυβερνήτης Καποδίστριας, προβλέποντας τη μεγάλη σημασία που θα είχε γενικότερα για την ανάπτυξη της χώρας η κατασκευή της διώρυγας, ανέθεσε τη σχετική μελέτη σε ειδικό μηχανικό.

Ο Ισθμός της Κορίνθου

Το κονδύλι όμως των 40 εκατομμυρίων χρυσών φράγκων που σύμφωνα με τον προϋπολογισμό δαπάνης, κρίθηκε αναγκαίο για την εκτέλεση του έργου, δεν μπορούσε να εξευρεθεί από τη διεθνή χρηματαγορά, πολύ περισσότερο δε να διατεθεί από τον ελληνικό προϋπολογισμό. Έτσι η προσπάθεια του κυβερνήτη Καποδίστρια εγκαταλείφθηκε.

Μετά από τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ (1869), η Κυβέρνηση Ζαΐμη, το Νοέμβριο του 1869, έλαβε την απόφαση τομής του Ισθμού και ψήφισε το νόμο της «περί διορύξεως του Ισθμού της Κορίνθου». Με το νόμο αυτό είχε δικαίωμα η κυβέρνηση να παραχωρήσει σε εταιρεία ή ιδιώτη το προνόμιο κατασκευής και εκμεταλλεύσεως της διώρυγας της Κορίνθου

Τελικά το 1881 το ελληνικό δημόσιο κατακύρωσε το έργο στον στρατηγό Στέφανο Τύρρ μαζί με το προνόμιο εκμεταλλεύσεως της διώρυγας για 99 χρόνια. Κατασκευάστηκε μεταξύ των ετών 1880-1893, έργο του Έλληνα μηχανικού Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη. 

Η διώρυγα έχει μήκος 6.346 m, πλάτος στην επιφάνεια της θάλασσας 24,6 m, στο βυθό της 21,3 m, ενώ το βάθος της κυμαίνεται από 7,50 έως 8 m.

Η κατασκευή της είναι αποτέλεσμα της αναπτυξιακής πολιτικής του πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη, ο οποίος με την κατασκευή μεγάλων έργων υποδομής στόχευε στη δημιουργία ενός σύγχρονου και οικονομικά ανεπτυγμένου κράτους.

Λόγω έλλειψης κεφαλαίων το έργο ολοκληρώθηκε από εταιρεία του Ανδρέα Συγγρού το 1893. Στις 25 Ιουλίου 1893 έγιναν τα εγκαίνια με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια.

Η Διώρυγα της Κορίνθου αποτελεί διεθνή κόμβο θαλάσσιων συγκοινωνιών και εξυπηρετεί πλοία όλων των εθνικοτήτων.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε χρόνο περνούν τη διώρυγα 12.000 πλοία 50 και πλέον διαφορετικών εθνικοτήτων. Ένα μοναδικό σημείο συνάντησης μεταξύ της Ανατολής και της Δύσης.