• Ο Άγιος Νικόλαος είναι από τους δημοφιλέστερους αγίους του χριστιανικού κόσμου. Η μνήμη του εορτάζεται σε Ανατολή και Δύση στις 6 Δεκεμβρίου.

Ο Νικόλαος γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου του 270 στα Πάταρα της Λυκίας (σημερινό Γκελεμίς Τουρκίας) από γονείς ευσεβείς και πλούσιους και έτυχε επιμελημένης μόρφωσης.

Αφού μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, χειροτονήθηκε ιερέας και αγωνίστηκε για τη διάδοση της χριστιανικής πίστης, προστατεύοντας συγχρόνως κάθε αδύνατο, πάσχοντα ή αδικούμενο.

Η άνοδός του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο των Μύρων της Λυκίας (σημερινό Ντεμρέ Τουρκίας), προκάλεσε την οργή των ειδωλολατρών, οι οποίοι των συνέλαβαν και τον υπέβαλαν σε βασανιστήρια.

Αποφυλακίστηκε μετά την επικράτηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου και αφοσιώθηκε στο ποιμαντικό του έργο. Έλαβε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325), όπου διαμορφώθηκε εν πολλοίς το χριστιανικό δόγμα, με την καταδίκη της αίρεσης του Αρείου. Εκοιμήθη εν ειρήνη στις 6 Δεκεμβρίου του 343.

Μετά την κοίμησή του ονομάστηκε «μυροβλύτης», επειδή τα λείψανά του άρχισαν να αναβλύζουν άγιο μύρο. Στον Άγιο Νικόλαο αποδίδονται και πολλά θαύματα.

Το μεγαλύτερο μέρος των λειψάνων του βρίσκονται σήμερα στη Βασιλική του Αγίου Νικολάου στο Μπάρι της Ιταλίας κι ένα μέρος τους στον ναό του Αγίου Νικολάου στο νησάκι Λίντο της Βενετίας.

Η μεταφορά τους στην Ιταλία έγινε επί βυζαντινού αυτοκράτορος Αλεξίου Β’ Κομνηνού (1180-1183), όταν τα Μύρα κατακτήθηκαν από τους Σελτζούκους Τούρκους και υπήρχε κίνδυνος να τα καταστρέψουν.

Στην ελληνική λαϊκή παράδοση η εορτή του Αγίου Νικολάου αποτελεί το τέλος του εορταστικού τριημέρου που ονομάζεται «Νικολοβάρβαρα» και είναι ταυτισμένα με το δυνατό κρύο και τις άσχημες καιρικές συνθήκες.

Σχετικές οι παροιμίες: «άε Βαρβάρα φύσα, άε Σάββα βρέξον, αε Νικόλα σόντσον (χιόνισε)» (ποντιακή), «Τα Αγιονικολοβάρβαρα ή βρέχει ή χιονίζει» και «Βαρβαρίτσες, Νικολίτσες, όπου να’σαι μέσα να’σαι».

Ο Άγιος Νικόλαος τιμάται ιδιαίτερα σε όλο τον ελληνικό χώρο από τους ανθρώπους της θάλασσας.

Είναι προστάτης των ναυτικών, του Πολεμικού και του Εμπορικού Ναυτικού. Είναι ο πολιούχος Άγιος της Αλεξανδρούπολης, του Βόλου, του Γαλαξειδίου, της Κοζάνης, του Πολύγυρου, της Σητείας και της Σύρου.

Στον Ρωμαιοκαθολικό Κόσμο ο Άγιος Νικόλαος, εκτός από τους ναυτικούς, είναι προστάτης των παιδιών, των απασχολουμένων στα ηλεκτρονικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, των ενεχυροδανειστών, των φαρμακοποιών, των μεταμελημένων κλεπτών, των βαρελοποιών, των εμπόρων και των αδίκως κατηγορηθέντων.

Στη δυτική παράδοση ο Άγιος Νικόλαος (Santa Claus) είθισται να φέρνει τα χριστουγεννιάτικα δώρα στα παιδιά, όπως, στη δική μας παράδοση, ο Άγιος Βασίλης.

Απολυτίκιο Αγίου Νικολάου

Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος
εγκρατείας διδάσκαλον ανέδειξέ σε
τη ποίμνη σου η των πραγμάτων αλήθεια
δια τούτω εκτείσω τη ταπεινώσει τα υψηλά
τη πτωχεία τα πλούσια.
Πάτερ ιεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ
σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Προσευχή για γάμο Προς τον Άγιο Νικόλαο

††† Πανάγιε Νικόλαε, σεβαστέ Άγιε του Κυρίου, που δεν αρνείσαι κανένα αίτημα ζωής, άκουσε την προσευχή της δούλης σου / του δούλου σου ( το όνομα σας ), που θέλω να παντρευτώ. Θέσε την προσευχή και το αίτημα μου στο έλεος του Κυρίου και μεσολάβησε για να ευλογήσει ο Κύριος και να τελέσω σύντομα ένα ευτυχισμένο γάμο. Επαφίεμαι στην κρίση και τη χάρη του Κυρίου. Ευχαριστώ Άγιε Νικόλαε για τις πρεσβείες σου. Αμήν! †††

Μην ξεχάσετε να ανάψετε μια λαμπάδα στον Άγιο Νικόλαο, σαν ευχαριστία για την μεσολάβηση του.

Από την βιβλιογραφία της Αλίντα Κανάκη: Η δύναμη της προσευχής – προσευχές που κάνουν θαύματα.

Άγιος Νικόλαος παρακληση

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Ψαλμός 142

Κύριε εισάκουσον τής προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τή αληθεία σου, εισάκουσόν μου εν τή δικαιοσύνη σου. Και μή εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πάς ζών. Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου, εταπείνωσεν εις γήν την ζωήν μου. Εκάθισέ με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος και ηκηδίασεν επ’ εμέ τό πνεύμά μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοίς έργοις σου, εν ποιήμασιν των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα πρός σέ τάς χείρας μου, η ψυχή μου ως γή άνυδρός σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε τό πνεύμά μου. Μή αποστρέψης τό πρόσωπόν σου απ’ εμού και ομοιωθήσομαι τοίς καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μοι τό πρωί τό έλεός σου, ότι επί σοί ήλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν εν η πορεύσομαι, ότι πρός σέ ήρα την ψυχήν μου. Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε, πρός σέ κατέφυγον, δίδαξόν με του ποιείν τό θέλημά σου, ότι σύ εί ο Θεός μου. Τό πνεύμά σου τό αγαθόν οδηγήσει με εν γή ευθεία. Ένεκεν του ονόματός σου, Κύριε, ζήσεις με. Εν τή δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου και εν τώ ελέει σου εξολεθρεύσεις τους εχθρούς μου. Και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου ότι εγώ δούλός σού ειμί.

Και ευθύς το, Θεός Κύριος :

Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Στίχ, α’. Εξομολογείσθε τώ Κυρίω, και επικαλείσθε τό όνομα τό άγιον αυτου.

Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Στίχ, β’. Πάντα τά έθνη εκύκλωσάν με, και τώ ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτους,

Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Στίχ, γ’. Παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και εστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών.

Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.

Είτα τα παρόντα τροπάρια.

Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ…

Του Ιεράρχου τη πανσέπτω Εικόνι, πιστοί προσπέσωμεν αυτώ εκβοώντες, οι αμαρτίαις πολλαίς εγκυλινδούμενοι, σπεύσον ώ Νικόλαε, Ιεράρχα Κυρίου, σαις προς τον Φιλάνθρωπον, ιεραίς ικεσίαις, παντός κινδύνου, λύπης και φθοράς, και δεινών νόσων, απάλλαξον άπαντας.

Δόξα… Και νυν…Θεοτοκίον.

Ου σιωπήσωμέν ποτε, Θεοτόκε, τάς δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι, ειμή γάρ σύ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων, τίς δέ διεφύλαξεν έως νυν ελευθέρους; Ουκ αποστώμεν, Δέσποινα, εκ σού, σούς γάρ δούλους σώζεις αεί, εκ παντοίων δεινών.

Ο Ψαλμός Ν’ (50)

Ελέησόν με, ο Θεός, κατά τό μέγα ελεός σου και κατά τό πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον τό ανόμημά μου. Επί πλείον πλύνόν με από τής ανομίας μου και από τής αμαρτίας μου καθάρισόν με. Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μού εστιν διά παντός. Σοί μόνω ήμαρτον και τό πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα, όπως άν δικαιωθής εν τοίς λόγοις σου και νικήσης εν τώ κρίνεσθαί σε. Ιδού γάρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου. Ιδού γάρ αλήθειαν ηγάπησας, τά άδηλα και τά κρύφια τής σοφίας σου εδήλωσάς μοι. Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην, αγαλλιάσονται οστά τεταπεινωμένα. Απόστρεψον τό πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου και πάσας τάς ανομίας μου εξάλειψον.

Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός και πνεύμα ευθές εγκαινισον εν τοίς εγκάτοις μου. Μή απορρίψης με από του προσώπου σου και τό Πνεύμα σου τό άγιόν μή αντανέλης απ’ εμού. Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με. Διδάξω ανόμους τάς οδούς σου και ασεβείς επί σέ επιστρέψουσι. Ρύσαί με εξ αιμάτων, ο Θεός, ο Θεός τής σωτηρίας μου, αγαλλιάσεται η γλώσσα μου την δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου ανοίξεις και τό στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου. Ότι, ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα άν, ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τώ Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει. Αγάθυνον, Κύριε, εν τή ευδοκία σου την Σιων και οικοδομηθήτω τά τείχη Ιερουσαλήμ. Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα. Τότε ανοίσουσιν επί τό θυσιαστήριόν σου μόσχους.

Και ο Κανών του Αγίου.
Ωδή α’. Ήχος πλ. δ’. Αρματηλάτην Φαραώ.

Ταις προσευχαίς σου Ιερέ Νικόλαε, εκδυσωπών τον Θεόν, το σκοτεινόν νέφος, το της αθυμίας μου, Παμμάκαρ διασκέδασον, θυμηδίας υπάρχων, και ευθυμίας ανάπλεως, τω Παμβασιλεί παριστάμενος.

Ταις των παθών με τρικυμίαις πάντοθεν, περικυκλούμενον, και λογισμών σάλω, την ψυχήν δονούμενον, επί λιμένα εύδιον, των Χριστού θελημάτων, ταις προσευχαίς σου κυβέρνησον, όπως σε δοξάζω, Νικόλαε.

Των Αποστόλων και Οσίων σύσκηνος, αποδεικνύμενος, και Θεϊκής αίγλης, πάντοτε πληρούμενος, τους την σεπτήν σου σήμερον, προσκυνούντας Εικόνα, φωτός μετόχους ανάδειξον, ευχαίς σου Παμμάκαρ Νικόλαε.

Θεοτοκίον.

Σε την εν σπλάγχνοις δεξαμένην Άχραντε, το πυρ το άστεκτον, εκδυσωπώ πίστει, της γεέννης ρύσαι με, και της αποκειμένης μοι, δια πλήθος πταισμάτων, κολάσεως ελευθέρωσον, σου ταις ευπροσδέκτοις δεήσεσι.

Ωδή γ’. Συ ει το στερέωμα.

Ίνα σε δοξάζωμεν, και σε πρεπόντως γεραίρωμεν, δίδου ημίν, Νικόλαε Μάκαρ, την ειρήνην πρεσβείαις σου.

Κόπασον, Νικόλαε, ταις σαις θερμαίς παρακλήσεσι, τας καθ’ ημών, επανισταμένας, ασθενείας δεόμεθα.

Ρύσαί με Νικόλαε, περικυκλούμενον πάθεσι, και πειρασμοίς, και κινδύνοις πλείστοις, ταις λιταίς σου και σώσον με.

Θεοτοκίον.

Έχω σε Πανάσπιλε, βίου προστάτιν και τείχος άρρηκτον διό δεινών, του ματαίου βίου, ού πτοούμαι την έφοδον.

Ωδή δ’. Εισακήκοα Κύριε.

Νόσοις πλείστοις Νικόλαε, και πολλοίς τοις πταίσμασι περιπέπτωκα, πρόφθασαν με ρύσαι Πάνσεπτε, ταις προς τον Δεσπότην ικεσίαις σου.

Ο αθώους τυγχάνοντας, νέους τρεις θανάτου απαλλαξάμενος, σπεύσον ρύσαι με Νικόλαε, της αιωνιζούσης κατακρίσεως.

Κατακρίσεως άξιος, ζων εν αμελεία ειμί ο άθλιος, ταις λιταίς σου άγιε Νικόλαε, μετανοίας όρμω με οδήγησον.

Θεοτοκίον.

Ρυπωθέντα με κάθαρον, και νενεκρωμένον με συ ανάστησον, Θεοτόκε αειπάρθενε, τον νεκρούς ζωώσαντα κυήσασα.

Ωδή ε’. Ίνα τι με απώσω.

Ακλινεί διανοία, προς τον Επουράνιον ανήλθες Κύριον, παρ’ ου και την χάριν, των μεγίστων θαυμάτων απείληφας, Νικόλαε Μάκαρ διό ημάς τους σους οικέτας, των δεινών και των νόσων απάλλαξον.

Εν τη θεία σου Μνήμη, Ιερέων Νικόλαε σύλλογος τέρπεται, και Πιστών χορείαι, των θαυμάτων των σων απολαύουσαι, εν χαρά τρυφώσι, και ως εικός σε ανυμνούσι, και προστάτην καλούσι σε μέγιστον.

Λαμπρυνθείς θεία αίγλη, ώφθη η καρδία σου όντως Παράδεισος, της ζωής το ξύλον, κεκτημένη εν μέσω τον Κύριον ον δυσώπει Πάτερ, του Παραδείσου απόλαυσαι, της τρυφής και της δόξης τους δούλους σου.

Θεοτοκίον.

Ανατίθημι, Κόρη, πάσας επί Σοι τας ελπίδας της σωτηρίας μου διό δυσωπώ Σε, μη παρίδης δεινώς με ποντούμενον, συμφορών πελάγει, αλλά την σην δίδου μοι χείρα, ως τω Πέτρω ο Υιός σου, και σώσόν με.

Ωδή στ’. Την δέησιν εκχεώ.

Χειμάζει μεν των κίνδυνων ο σάλος, ουκ ισχύει δε βυθίσαι με Μάκαρ’ σε γαρ αεί Κυβερνήτην πλουτήσας, προς γαληνόν τον λιμένα ηδύνομαι, και φθάνω μέχρις ουρανού, δια σου Ιεράρχα Νικόλαε.

Ιλάσθητι τοις σοις δούλοις, Παμμάκαρ, και υγείας την αντίληψιν δίδου ως αγαθός και φιλάδελφος φύσει, και των δεινών και των θλίψεων λύτρωσαι, ταις θείαις σου προς τον Θεόν, μεσιτείαις, θεόφρον Νικόλαε.

Λυτρούμενος εκ θανάτου ως ώφθης, τοις αθώους πριν, ώ Πάτερ στρατηλάτα, ούτω και νυν περιστάσεως πάσης, ημάς και νόσων Νικόλαε λύτρωσαι, πρεσβείαις σου ταις ιεραίς, ίνα πόθω τιμώμεν την Μνήμην σου.

Θεοτοκίον.

Φιλάγαθε, νυσταγμώ βαρούμενον, ραθυμίας με θερμή σου ικεσία, έγειρον νυν και μη δώης υπνώσαι, της αμαρτίας σον δούλον εις θάνατον, προστάτιν γαρ και οδηγόν, της εμής σε ζωής επιγράφομαι.

Επίβλεψον μετ’ ευμενείας, Νικόλαε Μάκαρ, και πάσαν θλίψιν λιταίς σου απέλασον, εκ των ψυχών ημών των οικετών σου.

Άχραντε, η διά λόγου τόν Λόγον ανερμηνεύτως, επ’ εσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον, ώς έχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Κοντάκιον. Ήχος δ’.

Ταις των θαυμάτων ακτίσι, Νικόλαε, καταφαιδρύνεις υφήλιον άπασαν, και λύεις τον ζόφον των θλίψεων, και των κινδύνων ελαύνεις την έφοδον, προστάτης υπάρχουν θερμότατος.

Και ευθύς το Προκείμενον. Ήχος δ’.

Οι ιερείς σου Κύριε ενδύσονται δικαιοσύνην, και οι Όσιοί σου αγαλλιάσονται.

Στίχος. Καυχήσονται Όσιοι εν δόξη, και αγαλλιάσονται επί των κοιτών αυτών.

Ευαγγέλιον. Εκ του κατά Ιωάννην (ι’ 1-9).

Είπεν ο Κύριος προς τους εληλυθότας προς αυτόν Ιουδαίους. Αμήν αμήν λέγω υμίν. Ο μη εισερχόμενος δια της θύρας εις την αυλήν των προβάτων, αλλά αναβαίνων αλλαχόθεν, εκείνος κλέπτης εστί και ληστής ο δε εισερχόμενος δια της θύρας, ποιμήν έστι των προβάτων. Τούτω ο θυρωρός ανοίγει, και τα πρόβατα της φωνής αυτού ακούει, και τα ίδια πρόβατα καλεί κατ’ όνομα, και εξάγει αυτά.

Και όταν τα ίδια πρόβατα εκβάλη, έμπροσθεν αυτών πορεύεται, και τα πρόβατα αυτώ ακολουθεί, ότι οίδασι την φωνήν αυτού. Αλλοτρίω δε ου μη ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ’ αυτού, ότι ουκ οίδασι των αλλοτρίων την φωνήν. Ταύτην την παροιμίαν είπεν αυτοίς ο Ιησούς εκείνοι δε ουκ έγνωσαν τίνα ην ά ελάλει αυτοίς. Είπεν ουν πάλιν αυτοίς ο Ιησούς.

Αμήν αμήν λέγω υμίν, ότι εγώ ειμί η θύρα των προβάτων. Πάντες, όσοι ήλθον προ εμού, κλέπται εισί και λησταί αλλ’ ουκ ήκουσαν αυτών τα πρόβατα. Εγώ ειμί ή θύρα δι’ εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται, και εισελεύσεται, και εξελεύσεται, και νομήν ευρήσει.