ΑΣΕΒΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ
ΔΟΚΙΜΙΟ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΜΗΤΣΟΥ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ
Tu non dimandi
che spiriti son questi che tu vedi?
Δάντης, Κόλαση, IV, 31-32.
- **Γράφει ο Βασίλης Αικατερίνης
ΜΗΤΣΟΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
Ἀπέναντι στὴ Κόρινθο, πούν’ τὰ Γεράνεια ὄρη
Βρέθηκα χθὲς καὶ στάθηκα ψηλὰ σὲ μιὰ κορφή.
Στὰ περασμένα γύρισε ἡ μνήμη μου καὶ θώρει
Κάποια σεμνὴ καὶ ταπεινὴ τοῦ τόπου αὐτοῦ μορφή.
Ἦταν μορφὴ ποὺ θύμιζε παληὸ σκληρὸ ἀγώνα
Ενὸς χαμένου ἀγωνιστῆ ποὺ γνώρισα παληά.
Ποὺ τόνε κλαίει ὁ ἔλατος, τὸν κλαίει κι’ ἡ ἀνεμώνα
Τὸ πεῦκο, ἡ ἀγράμπελι, ὁ σκῆνος κι’ ἡ ἐλιά.
Τὸ θάνατό του φρόντισαν νὰ τὸν σκεπάσει λήθη
Δὲ θὰ περάσει ὅμως καιρὸς ποὺ ἡ κάθε μιὰ γιαγιὰ
Θὰ μονολογάει στὰ ἀγγόνια της, ἀντὶς γιὰ παραμύθι,
Τ’ ῆταν αὐτὸς — πῶς πέθανε γιὰ τὴν Λευτεριὰ —
Κι’ ὁ δάσκαλος γιὰ μάθημα θὰ διηγιέται κλέη
Τ’ ἀγωνιστῆ ποὺ χάθηκε στ’ αὐριανὰ παιδιὰ
Καὶ δείχνοντας τὴν προτομή, ποὺ θα στηθεῖ θὰ λέει
Νά! Τοῦτος ἔπεσε γιὰ μὰς, γιὰ νἄρθη ἡ Λευτεριά.
Θανάτους σὰν τὸν θάνατο τοῦ Μήτσου Αἰκατερίνη
Θἀ τοὺς τιμοῦν οἱ ἄνθρωποι, θὰ σέβονται οἱ καιροὶ
Στὸ πέρασμά τους προσοχὴ θὰ στέκονται καὶ ἐκεῖνοι
Νὰ διαψεύσουν τὸ γνωστὸ ρητό… τὰ πάντα ρεῖ…
Διονύσης Θωμαΐδης
Απ’ το πλατάγισμα της σημαίας, στο ενός λεπτού σιγής, τα βλέμματα όλων επικεντρώθηκαν για δευτερόλεπτα στον σκουριασμένο στύλο.
Το άγαλμα μιας έφηβης κοπέλας που συμβολίζει την ελευθερία, με ενωμένες τις παλάμες, σε ικετευτική στάση, μένει απαρατήρητο απ’ τον κόσμο στην πλατεία του χωριού μου· χαίρει, θα ‘λεγες, την αγέρωχη ακινησία, έχοντας επικαλυφθεί, στο μαρμάρινο πρόσωπο, στο φόρεμα, στα γυμνά πόδια, με πολλαπλές στρώσεις ασβέστη, καταφέρνοντας να καλυφθούν τα μελανά σημάδια μιας παιδαριώδους βεβήλωσης.
Σκέφτομαι, όπως κοιτώ προσεκτικότερα το μάρμαρο, ότι τα σημάδια, σαν το αποτυπωμένο μετείκασμα του ήλιου στα μάτια μας, διακρίνονται εύκολα, ψηλαφίζουν τη λεπτή, θολή επιφάνεια, και πως είναι ορατά μόνο σ’ εκείνους που πλησιάζουν κοντά για να τα παρατηρήσουν, γυρεύουν τα θαμμένα αποτυπώματα. Ακόμη κι αυτά που δεν επιδέχονται την αναζωογονητική συντήρηση του ασβέστη αλλά αφήνονται απροστάτευτα στην αλλοίωση του χρόνου.
Λίγα μέτρα μακρύτερα απ’ την πλατεία με το συγκεκριμένο άγαλμα –δεν μπορούσε σε κάθε 28η Οκτωβρίου να μην το σκέφτομαι– υπήρξε το σημείο όπου ο αδερφός του παππού μου, ο Δημήτρης (Μήτσος) Αικατερίνης, πριν από ογδόντα χρόνια ακριβώς, πέθανε διωκόμενος απ’ τους Γερμανούς. Θυμάμαι τη φωτογραφία στο σαλόνι της γιαγιάς μου που στόλιζε μια μικρή γωνιά ενός ξύλινου ραφιού, πλησίον ενός πάντοτε αναμμένου καντηλιού, απεικονίζοντας έναν νέο άντρα με μαύρα μαλλιά, μελαγχολικό, ευθύ βλέμμα, σαν να γνώριζε το αμακροημέρευτο μέλλον του, στόμα με λεπτά, σφιχτά χείλη, ισχνό μουστάκι, λείο, οβάλ πρόσωπο· ένα σύνολο απαλών χαρακτηριστικών που δεν ταίριαζαν σ’ έναν αγρότη εκείνης της εποχής.
«Οἱ Γερμανοί, ἐνεργήσανε νέα ἐξόρμηση ἀποκλειστικὰ γι’ αυτόν, καί τόν θέρισαν μέ τό πολυβόλο τὴ στιγμή ποὺ ἔφευγε τελευταῖος ἀπὸ τὸ χωριό του. Ἐπειδὴ εἶχε μαζὶ του διάφορα χαρτιά, τὰ ἔφαγε πρὶν πεθάνει γιὰ νὰ μὴ ἐνοχοποιήσι κι’ ἄλλους συγχωριανούς του. Αὐτός ἦταν κι ἔτσι πέθανε ὁ Μήτσος Αἰκατερίνης». Με αυτά τα λόγια ολοκληρωνόταν ένα σύντομο ιστορικό σημείωμα για εκείνον, στην εφημερίδα «Κορινθία», στο φύλλο 315, του ένατου έτους κυκλοφορίας, με ημερομηνία 10 Ιανουαρίου 1965, την οποία κρατούσε ο πατέρας μου στο αρχείο του. Στο δεύτερο φύλλο, υπήρχε δημοσιευμένο το ποίημα του Διονύση Θωμαΐδη με τίτλο το όνομα του προ-θείου μου.
Δεν θυμάμαι πότε ήταν η πρώτη φορά που άκουσα το όνομά του, έμαθα ή διάβασα πρώτα την ιστορία αυτή, όπως δεν μπορεί κανείς ν’ ανακαλέσει τις πρότερες μνήμες μιας γνώσης. Θυμάμαι, όμως, πολύ καλά, πως αυτό το σημείωμα, μαζί με το ποίημα, στάθηκε ικανό να αναστηλώσει μέσα μου, από αρκετά μικρή ηλικία, έναν πελώριο ανδριάντα με το πρόσωπό του, έχοντας τον φόβο συνάμα μην εκτεθεί πουθενά, μην υποπέσει σε ξένα χέρια, ένας ήρωας που το πρότυπό του ακτινοβολούσε μόνο για μένα. Σαν να ήμουν ο μόνος που γνώριζε τι έγινε, ο μόνος ο οποίος κρατούσε ζωντανή τη θύμησή του, περισσότερο ζωντανή και ουσιώδης απ’ το αναμμένο καντήλι και το ξεσκόνισμα της κορνίζας.
Δεν κατάντησε βέβαια ένα παιχνίδι που υπέστη ανήλεα την ανωριμότητά μου (δεν μιλούσα ποτέ για εκείνον και σε κανένα, μόνο τέντωνα τ’ αυτιά μου κάθε τόσο όταν απ’ την οικογένειά μου μοιραζόταν καμιά καινούργια λεπτομέρεια), κι αυτό διότι ο πατέρας μου φρόντισε από νωρίς να μου μεταδώσει αυτό τον σεβασμό που προσπαθούσαν να μεταδώσουν και οι δάσκαλοι στο σχολείο για τους μεγαλύτερους ήρωες. Πρέπει, μολοντούτο, να σημειώσω πως ο τρόπος του θανάτου του «λειτουργούσε» μέσα μου σαν μια ταινία που βλέπουμε στην τηλεόραση στις επετείους, κάνοντάς με πολύ εύκολα ν’ ανακαλώ όλους αυτούς τους γνωστούς μελοδραματισμούς (αρκετά κοινούς στα παιδιά και γυμνούς από ουσία) που ύφαιναν μέσα μου μια επίκτητη, παρ’ όλα αυτά ιδιάζουσα για τα χρόνια εκείνα, συγκίνηση. Όπως στο θέατρο, όταν έβλεπα τους ενσαρκωμένους ήρωες των παραμυθιών που με αυταπάρνηση, λουσμένοι μ’ ένα δραματικό φως και με ανυψωμένο το πιγούνι, τραβούσαν γεμάτοι θάρρος προς το επικίνδυνο εξωτερικό κομμάτι της σκηνής, πάντα κρυφό για τους θεατές, η συνταύτιση της αυταπάρνησης μ’ εκείνον μοίραζε κύματα ρίγους στο σώμα μου.
Ευθυνόταν άλλωστε και η σχεδόν κινηματογραφική ιστορία με τον Αμερικανό αεροπόρο: «Μιὰ νύχτα», συνεχίζει ο Θωμαΐδης, «ποὺ ἕνα ἀμερικανικό ἀεροπλάνο ἔπαθε βλάβη καὶ ὁ ἀεροπόρος ἔπεσε μὲ ἀλεξίπτωτο στὴν περιοχή τοῦ χωριοῦ του, ἡ Ἐαμικὴ ὀργάνωση τὸν βρῆκε καὶ τὸν περιέθαλψε καὶ ὁ Μῆτσος Αἰκατερίνης, ἀφοῦ τὸν ἔντυσε περαχωρίτη τσοπάνη τὸν πέρασε μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς του ἀπὸ τὴ Γερμανοκρατούμενη γέφυρα τοῦ Ἰσθμοῦ. Πέρασαν ἀπὸ τὸ ἐργαστήριό μου στὴν Κόρινθο καὶ ἀκολούθως τὸν προώθησε μέχρι τὰ ἐλεύθερα βουνὰ, ὅπου ἐτέθη πιὰ ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ 6ου Συντάγματος τοῦ ΕΛΑΣ».
Περισσότερο συμπαρασυρόμουν απ’ τη συγκίνηση του πατέρα μου όταν κατέθετε ένα στεφάνι στη μνήμη του, παρά ο ίδιος από μόνος μου. Ενθουσιαζόμουν, ίσως περισσότερο ταιριαστό θα ‘ταν να πω (μαζί μ’ όλες τις υπερβολικές μεγεθύνσεις που γεννά ένας άγουρος νους), στη σκέψη πως πατούσα τα χώματα που γνώριζα πως είχε πατήσει ο ίδιος, μυρίζοντας την παρακείμενη βλάστηση, ξαποσταίνοντας στα ίδια δέντρα που μπορεί στους κορμούς του να είχε ξαποστάσει κι εκείνος, εκτεθειμένος στην ίδια θέα των βουνών, στη θέα της θάλασσας, αγγίζοντας πέτρες και φανταζόμουν πως το τελευταίο χέρι που τις άγγιξε ήταν το δικό του, έτσι που να μαγνητίζεται απτά, να γεφυρώνεται, η ανυπαρξία του με την ύπαρξή μου.
Και φανταζόμουν τη σκηνή με τον αεροπόρο να εκτυλίσσεται μπροστά μου, ένα χειμωνιάτικο σούρουπο όπου ρέμβαζα μετά τα μαθήματα του σχολείου στην αυλή του σπιτιού: Καμπυλωμένες σκιές, απομακρυσμένα άστρα που υπόσχονταν μια ακριβή λευτεριά και ο φόβος να φωλιάζει και να τρέμει μες στα σωθικά σαν απείθαρχο σπουργίτι. Μόνο νοθευμένα μπορούν να βιωθούν τέτοια συναισθήματα εκ του ασφαλούς, και τέτοια «μεγάλα γεγονότα», κι αυτό που καταλήγεις να συλλέγεις από μαρτυρίες είναι ότι μόνο μ’ έναν πλούτο ελλείψεων σ’ αφήνουν για το υπόλοιπο της ζωής. Κι όπως μου είχε αναφέρει ένας θείος μου που έζησε έφηβος την Κατοχή στην Αθήνα: «είναι μια ουλή στον χρόνο που δεν σβήνει».
«Ὁ Αἰκατερίνης, ὅπως κι’ ἐγὼ εἴχαμε λάβει μέρος ὡς τομεακοὶ στὴν Πελοποννησιακὴ συνδιάσκεψι τῆς Στρέζοβας, μὲ πρόεδρο τὸν ἀείμνηστο Μῖχο. Μετὰ τὴ λῆξι της πεζοπορῶντας μαζὶ μέχρι τὴν Κόρινθο τὸν φιλοξένησα στὸ σπίτι μου. Ἐκεὶ πληροφορήθηκε ὅτι οἱ Γερμανοὶ ἐπῆγαν στὸ χωριό του. Μᾶς εἶπε –πρέπει νὰ φύγω ἀμέσως γιὰ τὸ χωριό. Κι’ ἔφυγε».
Σαν να γυρνούσε ένας μεγάλος σιδερένιος μοχλός που διαφεντεύει τον χρόνο, όλα τα σπίτια κατεδαφίζονταν χωρίς ήχο κρότου, εν ριπή οφθαλμού οι άνθρωποι περπατούσαν ανάποδα στους δρόμους μικραίνοντας ηλικιακά μέχρι να εξαφανιστούν δια παντός, ο ήλιος έσβηνε σαν φλόγα σε καντηλήθρα, το φεγγάρι φαγωνόταν απ’ τη σκιά του, και ξαναγυρνούσε πάλι ο μοχλός, φτάνοντας στη μέρα επιστροφής του, βλέποντάς τον στην άκρη της ευθείας της εισόδου του χωριού να πλησιάζει στις τελευταίες μέρες της ζωής του. Οι σφαίρες έσχιζαν τον κρύο αέρα και το πεσμένο σώμα του, όπως στον πίνακα του νεκρού ταυρομάχου του Μανέ, κειτόταν ασάλευτο σε μια μπεζ απεραντοσύνη, δίνοντας την αίσθηση ότι αιωρείται λίγους πόντους πάνω απ’ το έδαφος.
Μετά από τρεις μέρες αφού γύρισε, στις 8 Δεκεμβρίου 1943, θανατώθηκε απ’ τους Γερμανούς.
Βέβαια, η Αντίσταση, κι ήρθε από νωρίς σαν ράπισμα στο πρόσωπο σ’ εμένα, άρχισα να προσέχω γύρω μου πως όχι μόνο, από ορισμένους, δεν λογιζόταν ως ηρωική ή, έστω, δεδομένη, αλλά και αξιοκαταφρόνητη, αν μη τι άλλο προδοτική. Και βρέθηκε ο ανδριάντας μέσα μου να αποκτά έναν παρονομαστή με τρία κεφαλαία γράμματα και ένα σφυροδρέπανο από δίπλα, να υπογραμμίζει εμφατικά τον θάνατό του, να τον εμβαπτίζει σε μια, εκ των πολλών ιδεολογικών, δεξαμενή που είτε έπρεπε ν’ αποδεχτώ είτε να απορρίψω· ο φόβος μου βγήκε αληθινός: είχε υποπέσει σε ξένα χέρια, δεν ήταν δικός μου πια.
Ήταν την περίοδο που ήμουν έφηβος και ήταν η περίοδος που ο φασισμός είχε ξεσκονιστεί απ’ τα βιβλία της ιστορίας. Σβάστικες επέστρεφαν ανερυθρίαστα, επιστρατεύονταν τα γνωστά, απαράλλακτα μηνύματα της μισαλλοδοξίας, η κρίση του ‘12 έδωσε σε χιλιάδες φωνές τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν το μίσος τους, η ποσότητα πατριωτισμού στον κάθε πολίτη υπολογιζόταν επικίνδυνα, και ξαφνικά, ο αδερφός του παππού μου, κατηγοριοποιήθηκε ως αγωνιστής αποκλειστικά της ριζοσπαστικής αριστεράς και εν μέρει θεωρήθηκε ένας επικίνδυνος. Δεν θέλω να πω πως η συγκεκριμένη κατηγοριοποίηση δεν συνέβαινε από πριν, αλλά ότι η ετικέτα του «κομματικού ήρωα» έβλεπα να ακυρώνει διαμιάς την ουσία των πράξεων και προσφορών του, και έμελλε σ’ εμένα να γίνει αυτή η ετικέτα σαφής σε μια εποχή όπου το σώμα της ευταξίας υφίστατο σοβαρές ρηγματώσεις και τα χάσματα ολοένα και αυξάνονταν, με αποτέλεσμα οι εξαπατητικές υπερβολές να καταστούν συχνότερες, οι φανατισμοί να ενταθούν ασφυκτικά αντικαθιστώντας τον διάλογο, ενώ δόθηκε ελεύθερος χώρος να εμφιλοχωρήσει η διχόνοια.
Εξωτερικοί κραδασμοί γειτνίαζαν για αρκετό καιρό με τους δικούς μου. Στις ειδήσεις έδειχναν την κατάμεστη πλατεία του Συντάγματος από το πρωί μέχρι το βράδυ. Πανό με συνθήματα ανέμιζαν πάνω από το πλήθος, ντουντούκες με εξαγριωμένες φωνές που ακούγονταν αλλοιωμένες, καπνογόνα, κόκκινες ομίχλες που σχίζονταν από ασπιδοφόρες διμοιρίες των Μ.Α.Τ., συνθήματα σε κατεβασμένα στόρια μαγαζιών, γραμμένα με μαύρο σπρέι: Τρομοκρατία είναι να ψάχνεις για δουλειά, άνθρωποι που έτρεχαν σε έρημους δρόμους γεμάτους από θραύσματα γυαλιών, κρεμάλες που έστεκαν απέναντι απ’ τη Βουλή, εκρήξεις που ακολουθούνταν από μια στιγμιαία τρομακτική σιωπή.
Τα πάντα έδειχναν να μεταλλάσσονται. Στη θέα ανθρώπων να ψάχνουν βουτηγμένοι στους κάδους απορριμάτων για τρόφιμα, εκτεθειμένος στον φόβο αλλοεθνών συμμαθητών μου για το μέλλον τους σε μια χώρα που απ’ το περιφρονητικό ύψωμα του φρυδιού εναντίον τους, έβλεπαν να ολισθαίνει σε μια εθνικιστική αλλοφροσύνη, στα εγκλήματα αλλοδαπών, στις παραγκωνίσεις μαθητών από άλλη χώρα στο δικαίωμα ύψωσης της σημαίας στις παρελάσεις, πάγωνα σύγκορμος, όπως όταν ένας δυνατός κρότος σού ακινητοποιεί για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου τα νεύρα των ποδιών, ανίκανος να κουνηθείς. Και αισθανόμουν ακόμη και να με εγκαταλείπει η φωνή μου, όταν ένας συγγενής μου ρώτησε σε μια οικογενειακή μάζωξη τον πατέρα μου κάποτε: «Και τι κατάλαβαν οι ήρωες που πάλεψαν το ‘40; Η γενιά του Πολυτεχνείου; Στο πηλίκο όλων των αγώνων γράφτηκε ένα στρογγυλότατο μηδέν!».
Άρχισα να πρωτομαθαίνω για την ελληνική αντίσταση και το τι ήταν εκείνη η «Ἐαμικὴ ὀργάνωση», όσο γκρεμιζόταν μέσα μου η αφελέστατη άποψη που έτρεφα για μια ενωμένη αντίσταση, όπως ουτοπικά διδασκόταν στις τάξεις του Δημοτικού. «Όλος ο κόσμος μαζί». Φράση αυτο-ακυρωτική· κι όμως, υπερσκελίζεται στις κοινές μνήμες αυτό το συχνό ανάχωμα που πυργώνει στον καθένα μας ολόγυρα, καθιστώντας τόσο υποτονικό το ρίγος της ενσυναίσθησης για την, παράλληλη με τη δική μας, ζωή των διπλανών. Κάθε φορά που ακουγόταν ο Εθνικός Ύμνος (στις γιορτές του σχολείου, στις παρελάσεις, σε εκδηλώσεις), μικρός, παρατηρούσα τα βλέμματα των ανθρώπων να μένουν ασάλευτα μπρος σ’ ένα κενό, ακόμη και εκείνων που γνώριζα πως η ευαισθησία τους για την πατρίδα δεν ήταν τόσο έντονη και μάλλον περισσότερο προς αγνόηση, τη στιγμή που τα σιγανά μουρμουρίσματα αγκάλιαζαν το ένα το άλλο, εναρμονίζονταν με τις λέξεις και τις νότες, η παιδική αυτή φράση που έκλεινε με την απλή δισύλλαβη λέξη αποκτούσε μια άσειστη υπόσταση, που η αίσθηση ανάκτησης της πίστης μου σ’ αυτή παρατεινόταν λίγο παραπάνω, ως και τη λήξη τού «χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!».
Πάντοτε υπήρχε κάτι που κρατούσε τους ανθρώπους ενωμένους (λέγοντας ενωμένους εννοώ τη δημιουργία πολιτισμών), δεν γίνεται να μην υπάρξει κάτι: η πίστη είτε σ’ ένα σύστημα θεσμών είτε σε ένα σύνολο ακλόνητων ιδεών: μα στον αυτοκράτορα, μα στην εκκλησία και στους φόβους που κομίζει, στον αόρατο τιμωρό Θεό, στα θεοσκότεινα μπουντρούμια των βασανιστηρίων. Σαφώς, οι περισσότεροι από εκείνους τους θεσμούς (που επί της ουσίας είναι, εν πολλοίς, προσωποποιημένα σύμβολα εξουσίας) μπορούν να γαλουχούν, και τις περισσότερες φορές γαλούχησαν, δουλοπρεπείς και άμορφους πολίτες, αλλά μπροστά στα άλλα, τα αιωνίως αναλλοίωτα μεγάλα σύμβολα –που δεν επιβάλλονται αλλά κατακτιόνται με αίμα– υποκλινόμαστε με δέος ανεξαιρέτως όλοι (με τις εκάστοτε δυνάμεις των αντιληπτικών μηχανισμών που ο κάθε άνθρωπος κατέχει) όχι γιατί κουβαλούν μια ανέγγιχτη αγιότητα, αλλά γιατί αντικατοπτρίζουν την ιερότητα της ελευθερίας που παλεύει να βαστηχτεί στο ύψος των ματιών μας.
Αυτά τα «λατρευτικά» σύμβολα, τα οποία πρέπει να παραδεχθούμε πως είναι απαραίτητα για την επιβίωσή μας, ενέχουν μια ποιότητα πολύ περισσότερο ανθεκτική και γεμάτη ουσία, ιδιαίτερα όταν προσδίδουν στον λατρεύοντα ένα βάρος ευθύνης και αναγκαίας διαρκούς επαγρύπνησης. Πρέπει δε να έχουμε κατά νου πως για να κατακτηθούν, χρειάστηκε να γίνουν ορισμένες αιματηρές θυσίες, να καταστραφούν οι νηματώδεις φόβοι των θεσμών (ας μου συγχωρεθεί η κατάχρηση της λέξης) που κατάντησαν να καταπιέζουν την πλειοψηφία των ανθρώπων, και αυτή η κατάκτηση συντελέστηκε μέσω της ανατροπής όλων των παραδεδεγμένων ιδεών· εξακολουθώντας να χρειάζεται να γίνεται κατ’ αυτό τον τρόπο και στο μέλλον, για όσους είναι οπαδοί της ιστορικής επανάληψης (όχι ως φάρσα) ως αναπόφευκτη νομοτέλεια. Τον καιρό των παλαιών συμβόλων που τον μελετούμε από τα κιάλια μιας αχανούς απόστασης –ηθελημένα την ονομάζουμε έτσι, ακόμη κι αν τείνουμε να χάνουμε κατά καιρούς την αίσθηση της εγγύτητας– οι άνθρωποι δεν ήταν ακριβώς ενωμένοι αλλά δέσμιοι, ακόμη κι αν στους πιο χαλεπούς καιρούς επιτράπηκε να λάμψουν, σαν από θαύμα, ορισμένα μυαλά της διανόησης, της επιστήμης, της άφθαρτης Τέχνης, με κίνδυνο τη ζωή τους. Η ιστορία του Διαφωτισμού είναι γνωστή.
Και εδώ προκύπτει ένα ερώτημα, επαναλαμβάνω για όσους πιστεύουν στη διαφοροποιημένη επαναληψιμότητα της ιστορίας και το παραθέτω σαν μια παραφυάδα ενός γενικότερου προβληματισμού που αξίζει να παρατεθεί: «Τι ωφελεί να πετάς μια πέτρα στη λίμνη, γνωρίζοντας πως με το ελαφρύ της κύμα θα την επιστρέψει στην ακτή μετά την πάροδο ενός χ χρόνου;». Είναι ένα από τα εύλογα ερωτήματα που ούτε την κατάλληλη διάνοια κατέχω, ούτε την απαραίτητη θέληση να απαντήσω. Σκοπός μου είναι να μελετώ τα ερωτήματα. Όχι με τη μανιώδη, τυραννική θέληση για άμεση εύρεση λύσεων, αλλά με την ελπίδα πως θα δοθεί ένα ψήγμα αλήθειας όπως ένα σημάδι θείο που το προσμένει καρτερικά ο πιστός. Αυτό που μετρά είναι να έχει κανείς τυφλή εμπιστοσύνη στα ερωτήματα που μελετά, και να μην βρίσκει εύκολες απαντήσεις, όπως το «στρογγυλότατο μηδέν».
Ο Μήτσος Αικατερίνης μ’ έκανε να ξανακερδίσω τη χαμένη εμπιστοσύνη στην παιδική αφέλειά μου, για την οποία ντρεπόμουν ως νέος αναγνώστης της ιστορίας. Κι αν ποτέ τολμούσα να την εκστομίσω, ή θα με τοποθετούσαν οι γύρω μου στο άδειο και σκονισμένο ράφι των αλαφροΐσκιωτων γραφικών αριστερών (ρομαντικών, θα έλεγαν κάποιοι), ή θα περνιόμουν για έναν ανεπίτρεπτα ουτοπιστή και κυνικό άνθρωπο. Παρόλο που δεν κατατάσσω τον εαυτό μου σε καμιά απ’ τις δύο περιθωριακές και ανάρμοστες κατηγορίες, επιμένω να κρατώ αναμμένη μέσα μου αυτή τη φλογίτσα ενότητας με κάθε οδυνηρό κόστος, έκθετη σε πολλαπλούς κινδύνους και απογοητεύσεις, που σαν λεπτεπίλεπτη στήλη φωτός έδενε και δένει αδιάρρηκτα την τύχη μου με τις τύχες των άλλων. Ενώ το χέρι που κρατά τη στήλη ακέραια, είναι το δικό του νεκρό χέρι, διότι αδυνατεί η σάρκα να κρατηθεί αγκρέμιστη την ώρα που βοά από κάτω η ισοπεδωτική άβυσσος της πραγματικότητας. Όπως οι ιδέες που δεν παλιώνουν ποτέ (επαναπροσδιορίζονται, εξετάζονται ιδωμένες από άλλο φακό, ανανεώνονται, προσφέρουν γόνιμο έδαφος προς καλλιέργεια καινούργιων – είτε εφαρμόζονται στην πράξη είτε μένουν στα βιβλία για να σχολιάζονται από τους μελετητές) έτσι και οι νεκροί δεν υφίστανται την πράξη της ατίμωσης· της εγκατάλειψης ίσως, αλλά ποτέ της ατίμωσης.
Και είμαι σίγουρος πως αυτό θα χρησιμοποιούσα ως βασικό επιχείρημα στον συγγενή μου για τις κατακτήσεις των αγωνιστών (που ποτέ δεν ήταν υπόθεση ενός, αλλά πολλών και συνήθως αφανών στα κιτάπια της ιστορίας) αν με ρωτούσε λίγα χρόνια αργότερα.
«Νὰ διαψεύδουν τὸ γνωστὸ ρητό… τὰ πάντα ρεῖ». Ποιητική ακροβασία; Μια ασυγχώρητη υπερβολή; Ίσως ο χρόνος της γραφής του ποιήματος να δικαιολογεί την επιδεικτική ασέβεια προς την ηρακλείτεια αρχή. Είναι μια λαθεμένη όψη κι ίσως να άργησα να καταλάβω πως τίποτα δεν μπορεί να μείνει ίδιο, ούτε αλησμόνητο. Γι’ αυτό χρειάζεται η Ιστορία, από αυτή την ανάγκη διοχετεύονται στη θύμηση τα αλλεπάλληλα ρεύματα της εμπειρίας. Αγωνιστές υπήρξαν πολλοί και θα υπάρχουν και τα επιτεύγματα που θαυμάζουμε σ’ εκείνους σαν να έγιναν γι’ αυτό και μόνο καταλήγουν να λογίζονται ή να μένουν ως πικρά αποστάγματα στο μέλλον – ακίδες φρικαλέων καταστροφών, πόνου, ολέθρου, που εξεγείρουν τη μνήμη μια φορά τον χρόνο και δεν καλύπτονται, δεν μπορούν να ωραιοποιηθούν, όπως εξωραϊστικά δρα ο ανευλαβής ασβέστης πάνω στο μουτζουρωμένο μάρμαρο. Άργησα να καταλάβω, χάρη σ’ εκείνον αντιλήφθηκα στα σοβαρά, πως οι πράξεις των ανθρώπων μένουν αμετάβλητες, όχι όμως τα επακόλουθά τους. Η μάχη με τον ταύρο έχει δοθεί, με την ετεροχρονισμένη υπερίσχυσή του να είναι προδιαγεγραμμένη. Κι όμως, γνωρίζοντας την πικρή αποθάρρυνση εκείνης της δεδομένης αρχής, κάποιοι εμμένουν στην, ανιστόρητης φύσης, αμυντική αντίσταση· όπως εκείνος…
Ίσως γι’ αυτό περισσότερο αξίζουν να μνημονεύονται.
Νοέμβριος
![]()
