Στον πετρόχτιστο φάρο Μελαγκάβι που πρωτολειτούργησε το 1897, ο ερημίτης φαροφύλακας ανέλαβε το χειροποίητο άναμμα του φανού με πετρέλαιο! Η συνεχής επαγρύπνηση για την ασφαλή διέλευση των πλεούμενων στο κορινθιακό κόλπο, η συντήρηση του κτηρίου, η παροχή φροντίδας και η φιλοξενία των θαλασσοδαρμένων ψαράδων, ήταν μέρος των καθηκόντων και της καθημερινότητας του!
Ο φαροφύλακας αποχώρησε κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, όπου ο φάρος παρέμεινε σβηστός. Επαναλειτούργησε το 1947 ενώ το 1982 ηλεκτροδοτήθηκε και λειτουργεί ως επιτηρούμενος ηλεκτρικός από την Υπηρεσία Φάρων έως σήμερα που είναι η παγκόσμια ημέρα φάρων!
Το κτήριο του φάρου έχει χαρακτηριστεί ως Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο
(ΦΕΚ 1370/Β/18-10-2001).
[ Φάρος Μελαγκάβι Δήμος Λουτρακίου – Περαχώρας – Αγίων Θεοδώρων ]


Και από την συγκλονιστική ιστορία του θρυλικού φαροφύλακα, του Μιχάλη Γλυκοφρύδη, παιρνάμε στην τρέχουσα, αλλά μαζί, και πολυετή ιστορία ενός άλλου βετεράνου & απόμαχου της ζωής (αλλά και επίσης, θρυλικού), τούτη τη φορά -στο επάγγελμα- αρτοποιού, του Λουτρακίου, του κυρίου Άγγελου Μαργέτη. Αντιγράφω, λοιπόν (αυτούσια), από το “Πρώτο Θέμα”: “Ο Άγγελος Μαργέτης μετρά 64 χρόνια δίπλα στη φωτιά και επιμένει: «Θα συνεχίσω όσο αντέχω» Ο φούρναρης στο Λουτράκι που μετρά 64 χρόνια ιστορίας: Στα 88 του ξυπνά κάθε μέρα στις 4:30 για να ψήσει ψωμί στον ξυλόφουρνο. Στη γωνία της Υψηλάντου με την Περικλέους, στο Λουτράκι, υπάρχει ένας μικρός φούρνος που δύσκολα θα εντοπίσει το μάτι εκείνου που δεν γνωρίζει την ύπαρξή του. Μπροστά του, τα ξύλα είναι τακτοποιημένα σε στοίβες, κομμένα και έτοιμα να μπουν στη φωτιά. Σε λίγες ώρες θα έχουν γίνει θράκα μέσα στον μεγάλο χτιστό ξυλόφουρνο και η μυρωδιά του καμένου ξύλου θα ανακατευτεί με εκείνη του φρεσκοψημένου ψωμιού. Εδώ, και για λίγα λεπτά, θυμάσαι πώς μύριζε κάποτε το αληθινό ψωμί. Πίσω από τον πάγκο βρίσκεται ο Άγγελος Μαργέτης. Είναι 88 ετών, γεννημένος το 1938 στην Κόρινθο, με λευκά μαλλιά, λεπτή κορμοστασιά και τα χέρια ενός ανθρώπου που πέρασε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του δίπλα στη φωτιά. Φορά την ποδιά του, πιάνει το μακρύ φουρνόφτυαρο και κινείται μπροστά στον ξυλόφουρνο με μια φυσικότητα που δεν διδάσκεται. Είναι η επανάληψη δεκαετιών, η μνήμη των χεριών. Η επιγραφή γράφει «Φούρνος Μαργέτη». Έτσι λέγεται το μαγαζί. Οι Αθηναίοι, όμως, που παραθερίζουν χρόνια στο Λουτράκι τού έχουν δώσει άτυπα ένα άλλο όνομα. «ο φούρνος του παππού». Ένα παρατσούκλι που κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα μεταξύ των παραθεριστών και το οποίο ο ίδιος ο Άγγελος Μαργέτης μπορεί ακόμη και να αγνοεί. Στα 88 του, σήμερα, χρόνια, ο γηραιότερος φούρναρης της Κορινθίας κι ένας εκ των γηραιότερων της χώρας εξακολουθεί να σηκώνεται πριν ακόμη ξημερώσει. «Κάθε πρωί στις 4.30 το πρωί είμαι εδώ και η παραγωγή βγαίνει στις 9 το πρωί», λέει. Πέντε ώρες προετοιμασίας μέχρι να εμφανιστούν πάνω στις λαμαρίνες τα πρώτα καρβέλια. Ψωμί με προζύμι, σπανακόπιτες, τυρόπιτες, κρουασάν, σταφιδόψωμα και κουλούρια. Όλα περνούν από τον ίδιο φούρνο, με τον ίδιο τρόπο που ο ίδιος έμαθε να ψήνει πριν από περισσότερες από έξι δεκαετίες. Ο φούρναρης στο Λουτράκι που μετρά 64 χρόνια ιστορίας: Στα 88 του ξυπνά κάθε μέρα στις 4:30 για να ψήσει ψωμί στον ξυλόφουρνο. Το κατάστημα στη συγκεκριμένη γωνιά του Λουτρακίου άνοιξε το 2007. Η σχέση όμως του Άγγελου Μαργέτη με τον φούρνο πηγαίνει πολύ πιο πίσω. Το 1962 ήταν η πρώτη χρονιά που ασφαλίστηκε στο τότε ΤΕΒΕ. Στην πραγματικότητα είχε ήδη χρόνια δουλειάς στην πλάτη του, καθώς είχε ξεκινήσει να εργάζεται από τα 18 του, την εποχή που για πολλά νέα παιδιά η δουλειά άρχιζε πολύ πριν εμφανιστεί το πρώτο ένσημο. Από τότε άλλαξαν σχεδόν τα πάντα. Οι φούρνοι, οι μηχανές, οι πρώτες ύλες, οι καταναλωτικές συνήθειες, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο αγοράζουμε ένα καρβέλι ψωμί. Εκείνος, όμως, δεν άλλαξε. Όταν τον ρωτάς τι είναι αυτό που μπορεί να κρατήσει έναν άνθρωπο 88 ετών ακόμη όρθιο μπροστά σε έναν ξυλόφουρνο, ξημερώματα, η απάντησή του έρχεται χωρίς δεύτερη σκέψη: «Είμαι ερωτευμένος με τον παραδοσιακό φούρνο, τον ξυλόφουρνο». Δεν ωραιοποιεί, πάντως, τη δουλειά του. Τη χαρακτηρίζει κουραστική και μπελαλίδικη. Η φωτιά χρειάζεται εμπειρία, η θερμοκρασία δεν ρυθμίζεται με το πάτημα ενός κουμπιού και ο φούρναρης πρέπει να γνωρίζει πότε ο φούρνος είναι έτοιμος, πώς θα μοιράσει τη θερμότητα και πότε θα βάλει το κάθε προϊόν. Για εκείνον όμως η διαφορά αποτυπώνεται στο αποτέλεσμα. Λέει ότι τα προϊόντα που ψήνονται στον ξυλόφουρνο έχουν διαφορετική ποιότητα και επιμένει ιδιαίτερα στο ψωμί με προζύμι. Η δική του φιλοσοφία είναι απλή. Λιγότερες παρεμβάσεις, γνώση της πρώτης ύλης και χρόνος. Όχι βιασύνη. Ο Άγγελος Μαργέτης έχει προλάβει να δει και μια ολόκληρη αγορά να αλλάζει μπροστά στα μάτια του. Θυμάται την εποχή κατά την οποία, όπως λέει, κάθε φούρνος είχε ουσιαστικά τη δική του περιοχή και οι αποστάσεις μεταξύ των καταστημάτων ήταν μεγαλύτερες. Μετά την απελευθέρωση του επαγγέλματος τα δεδομένα άλλαξαν και οι φούρνοι πολλαπλασιάστηκαν. «Τώρα είναι ο ένας δίπλα στον άλλον, ενώ παλιά ήταν σε απόσταση 300 μέτρα», λέει. Αυτό που τον προβληματίζει περισσότερο σήμερα είναι η σταδιακή απομάκρυνση ενός μέρους των καταναλωτών από τον φούρνο της γειτονιάς και η στροφή προς το τυποποιημένο ψωμί των μεγάλων αλυσίδων. Ο ίδιος είναι αυστηρός στην κρίση του για την ποιότητα και την προέλευση ορισμένων από αυτά τα προϊόντα και πιστεύει πως ο καταναλωτής πρέπει να γνωρίζει τι αγοράζει. Πώς καταλαβαίνει όμως κάποιος αν το ψωμί που κρατά στα χέρια του είναι πραγματικά καλό; Για τον ίδιο, η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στην εμφάνιση ή στην τιμή. «Πρέπει να έχεις παιδεία στον τρόπο διατροφής». Και προσθέτει κάτι που μοιάζει παλιομοδίτικο σε μια εποχή απρόσωπων αγορών, αλλά αποτελεί ίσως ολόκληρη τη φιλοσοφία του μικρού του φούρνου. Ο καταναλωτής πρέπει να μιλά με τον φούρναρή του, να γνωρίζει τον άνθρωπο από τον οποίο αγοράζει το ψωμί του και να δημιουργεί μαζί του μια σχέση εμπιστοσύνης. Να προτιμά, δηλαδή, τον φούρνο της γειτονιάς του. Τα τελευταία χρόνια, πάντως, η καθημερινότητα έγινε ακόμη δυσκολότερη. Οι αυξήσεις στις πρώτες ύλες και συνολικά στο κόστος λειτουργίας έχουν περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια των μικρών επιχειρήσεων. Ο Άγγελος Μαργέτης λέει πως πολλές φορές ο ίδιος ο φούρναρης επιχειρεί να απορροφήσει μέρος των αυξήσεων, ακόμη και εις βάρος του κέρδους του, υπό τον φόβο ότι διαφορετικά ο πελάτης θα απομακρυνθεί. Η κουβέντα μαζί του, όμως, δεν μένει μόνο στο ψωμί. Η ζωή του χωρά ένα μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Ήταν μικρό παιδί στα χρόνια της Κατοχής και διατηρεί ακόμη εικόνες από εκείνη την εποχή. Θυμάται την αποχώρηση των Γερμανών, αλλά κυρίως θυμάται όσα συνέβησαν στην οικογένειά του. «Όταν έφυγαν οι Γερμανοί ήμουν πέντε χρονών. Έχω ανάμνηση που ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου ήταν στην Αντίσταση, φυλακίστηκε το 1945. Αποφυλακίστηκε το 1957-58».Μια παιδική ηλικία σημαδεμένη από δύσκολα χρόνια, μια νεότητα που πέρασε μέσα στη δουλειά και στη συνέχεια περισσότερες από έξι δεκαετίες μπροστά σε έναν φούρνο. Κι όμως, στα 88 του, ο Άγγελος Μαργέτης δεν μιλά για συνταξιοδότηση. Το επόμενο πρωί θα βρίσκεται και πάλι εδώ στις 4.30. Θα βάλει τα ξύλα στη φωτιά, θα περιμένει να «πιάσει» ο φούρνος τη σωστή θερμοκρασία και, καθώς το Λουτράκι θα αρχίζει σιγά σιγά να ξυπνά, εκείνος θα έχει ήδη διανύσει τη μισή του εργάσιμη ημέρα. Λίγο πριν από τις 9, τα καρβέλια θα βγουν ζεστά, με την κόρα τους ψημένη και τη χαρακτηριστική μυρωδιά που δύσκολα συναντά κανείς πλέον. Και ύστερα θα έρθουν οι άνθρωποι της γειτονιάς και οι Αθηναίοι παραθεριστές που ξέρουν καλά τη διαδρομή μέχρι τη γωνία της Υψηλάντου με την Περικλέους. Άλλος για ένα ψωμί, άλλος για μια τυρόπιτα, άλλος για ένα σταφιδόψωμο. Για εκείνους είναι ο «φούρνος του παππού». Επισήμως, όμως, παραμένει ο «Φούρνος Μαργέτη».Ένα μικρό, σχεδόν κρυμμένο μαγαζί, που κουβαλά ακόμη το πρόσωπο και την ιστορία του ανθρώπου που βρίσκεται πίσω από τον πάγκο. Και ο Άγγελος Μαργέτης έχει αποφασίσει ότι θα παραμείνει εκεί όσο μπορεί. «Θα συνεχίσω να κάνω τη δουλειά όσο αντέχω και με βοηθάει η υγεία μου και το μυαλό μου». Ίσως αυτή να είναι και η πραγματική απάντηση στο πώς ένας άνθρωπος 88 ετών εξακολουθεί να ξυπνά καθημερινά στις 4.30 το πρωί για να ανάψει έναν ξυλόφουρνο. Δεν είναι μόνο η συνήθεια. Ούτε η ανάγκη. Είναι ένας έρωτας που κρατά περισσότερο από εξήντα χρόνια. Και όσο τα χέρια του μπορούν ακόμη να κρατούν το φουρνόφτυαρο και το μυαλό του να μετρά τον χρόνο της φωτιάς, ο «Φούρνος Μαργέτη» ή ο «φούρνος του παππού», όπως τον έχουν βαφτίσει οι Αθηναίοι θα συνεχίζει να θυμίζει σε όσους περνούν την πόρτα του τι γεύση και τι άρωμα είχε κάποτε το πραγματικό ψωμί”…