Παλιές πολυκατοικίες και ετοιμόρροπα μπαλκόνια: Τα καμπανάκια κινδύνου που δεν πρέπει να αγνοούν οι ιδιοκτήτες, σύμφωνα με καθηγητή του ΕΜΠ

- Advertisement -

Ο καθηγητής της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου κ. Χρήστος Ζέρης εξηγεί ποια κτίρια είναι πιο ευάλωτα και γιατί οι έλεγχοι δεν πρέπει να περιμένουν το επόμενο ατύχημα.

Στην Ελλάδα συχνά χρειάζεται να συμβεί ένα ατύχημα για να θυμηθούμε ότι η φθορά των παλιών κτηρίων δεν είναι μόνο ζήτημα αισθητικής, αλλά και ασφάλειας.

Η κατάρρευση μπαλκονιού στον Νέο Κόσμο, τον Ιανουάριο του 2026, το αντίστοιχο περιστατικό στο Λαύριο, τέτοιες ημέρες τον Οκτώβριο του 2025, αλλά και τα παλαιότερα περιστατικά κατάρρευσης μπαλκονιών ή τμημάτων σε Κρήτη και Θεσσαλονίκη, επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που δεν επιδέχεται άλλη αναβολή.

Πίσω από σκαλωσιές, εγκαταλελειμμένα νεοκλασικά και πολυκατοικίες δεκαετιών, η φθορά δεν είναι πάντα ορατή. Ρωγμές, σκουριές και κομμάτια σκυροδέματος που αποκολλώνται μπορεί να αποτελούν ενδείξεις ή και αποδείξεις διάβρωσης του οπλισμού, μετατρέποντας κτήρια και μπαλκόνια σε πιθανές παγίδες θανάτου για τους ενοίκους και τους περαστικούς.

Ο κ. Χρήστος Ζέρης, καθηγητής της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ και πρόεδρος του Ελληνικού Τμήματος της Αμερικανικής Εταιρείας Πολιτικών Μηχανικών (ASCE) εξηγεί στο protothema.gr γιατί ορισμένες γενιές κτηρίων είναι περισσότερο ευάλωτες, πού και πώς εντοπίζεται η διάβρωση και γιατί οι έλεγχοι πρέπει να γίνουν συστηματικοί.

Γιατί τα παλιά κτήρια είναι πιο ευάλωτα
«Στα παλιά κτήρια η προστασία του οπλισμού από τη διάβρωση δεν ήταν τόσο επαρκής. Τα σκυροδέματα ήταν πιο πορώδη και η επικάλυψη του οπλισμού, δηλαδή το πάχος του σκυροδέματος που καλύπτει τα σίδερα, ήταν μικρότερη από ό,τι εφαρμόζουμε σήμερα. Έτσι, η διάβρωση μπορεί να ξεκινήσει πιο γρήγορα, ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα κοντά στη θάλασσα ή/και σε βιομηχανικές περιοχές», αναφέρει αρχικά ο καθηγητής.

Η ηλικία, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της για να κριθεί η κατάσταση ενός κτηρίου. Καθοριστικό ρόλο παίζουν η ποιότητα των υλικών, ο τρόπος κατασκευής και η επίβλεψη του έργου.

«Στατιστικά, τα κτήρια της δεκαετίας του ’60 και του ’70 είναι πιο ευάλωτα, καθώς γνωρίζουμε πώς εξελίχθηκαν τα σκυροδέματα και τα υλικά από δεκαετία σε δεκαετία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε παλιό κτήριο είναι επικίνδυνο ή ότι ένα νεότερο είναι οπωσδήποτε ασφαλές. Έχω δει κτήρια της δεκαετίας του ’70 να αντέχουν σε διάβρωση πολύ καλά, αλλά και κτήρια μόλις είκοσι ετών με προβλήματα. Σημασία έχει και η ποιότητα της κατασκευής, η επίβλεψη και το αν έγιναν σωστά οι εργασίες και τηρήθηκαν οι κατασκευαστικές απαιτήσεις», σημειώνει.

Ο ίδιος αναφέρεται, μάλιστα, σε παλιό κτήριο στην περιοχή των Εξαρχείων, κατασκευής βάσει το Νόμου του 1936, όπου υπόγειος χώρος καταφυγίου που είχε πλημμυρίσει επί χρόνια διατηρήθηκε σε καλή κατάσταση λόγω των υψηλότερων απαιτήσεων στο σκυρόδεμά του.


Όπως εξηγεί, αυτό δείχνει ότι η ηλικία δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας: η ποιότητα του σκυροδέματος και των υλικών μπορεί να κάνει σημαντική διαφορά στην ανθεκτικότητα του έργου.

Τα καμπανάκια για τους ιδιοκτήτες
Απαντώντας σε ερώτηση για τα σημάδια που πρέπει να ανησυχήσουν τους ιδιοκτήτες, ο καθηγητής τονίζει ότι ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται οι εμφανείς ρηγματώσεις στο σκυρόδεμα, ειδικά όταν εμφανίζονται μαζί με ίχνη στην επιφάνεια σκουριάς ή υγρασία.

«Η διάβρωση κάνει το σίδερο να διογκώνεται. Το οξείδιο του σιδήρου καταλαμβάνει πολύ μεγαλύτερο όγκο από το αρχικό μέταλλο και έτσι πιέζει εσωτερικά το περιβάλλον σκυρόδεμα, προκαλώντας επιφανειακές ρωγμές που επιταχύνουν το φαινόμενο. Παράλληλα, σε βάθος χρόνου, χάνεται μέρος της διατομής του οπλισμού και υποβαθμίζεται η συνάφειά του με το σκυρόδεμα. Όταν, λοιπόν, βλέπουμε ρωγμές κατά μήκος των σιδήρων, ιδιαίτερα αν υπάρχουν και ίχνη οξείδωσης, χρειάζεται το σημείο να ελεγχθεί και να αποκατασταθεί», τονίζει ο κ. Ζέρης.

Όπως λέει οι ρωγμές μπορεί να εμφανίζονται σε όλα τα οπλισμένα δομικά στοιχεία (υποστυλώματα, τοιχία, δοκάρια) και ιδιαίτερα στα μπαλκόνια. Επιπλέον, η υγρασία δεν αποτελεί πάντα πρόβλημα μόνο της ταράτσας. Νερά που εισχωρούν από αρμούς (μετά τους σεισμούς) ή από άλλες φθαρμένες επιφάνειες μπορούν να περάσουν σε – θεωρούμενα – μη εκτεθημένα μέλη της κατασκευής και να επιβαρύνουν ακόμη και χαμηλότερους ορόφους στις μεσοτοιχίες.

Ακόμη, στα ισόγεια, η υγρασία είναι ανερχόμενη από το έδαφος και επίσης επιβαρύνει τα δομικά στοιχεία ακόμη και αν υπάρχει δάπεδο επί του εδάφους.

Η αξιολόγηση, πάντως, -όπως εκτιμά ο καθηγητής- πρέπει να γίνεται από μηχανικό, καθώς δεν οφείλονται όλες οι ρωγμές σε διάβρωση. Σύμφωνα με τον ίδιο, σημασία έχουν η θέση τους, η μορφή τους και το αν συνοδεύονται από σκουριά, υγρασία ή αποκόλληση σκυροδέματος.

Γιατί τα μπαλκόνια χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή
Την ίδια ώρα, κ. Ζέρης εφιστά την προσοχή και στα μπαλκόνια, καθώς η φθορά του οπλισμού μπορεί να προχωρά χωρίς να είναι ορατή από την πάνω πλευρά, κάτω από τη μαρμαροποδιά, τα πλακάκια και τις υπόλοιπες επικαλύψεις.

«Συχνά βλέπουμε ότι από κατασκευαστικά λάθη, οι άνω οπλισμοί δεν έχουν τοποθετηθεί σωστά, εν τούτοις, η σταδιακή ρηγμάτωση συμβάλλει στη διάβρωσή τους», τονίζει.

Σύμφωνα με τον καθηγητή, η επικάλυψη των δαπέδων μπορεί να κρύβει σημάδια φθοράς, ενώ η διάβρωση του οπλισμού μπορεί να αποδυναμώνει σταδιακά το στοιχείο. «Ο έλεγχος δεν πρέπει να περιορίζεται στην επιφάνεια όπου περπατάμε, αλλά να περιλαμβάνει και την κάτω εκτεθειμένη πλευρά και τα σημεία στήριξης του μπαλκονιού», εξηγεί.

Εξίσου σημαντικές είναι οι αποκολλήσεις σκυροδέματος από την κάτω επιφάνεια. Ακόμη και ένα μικρό κομμάτι αποκολλημένο σκυρόδεμα που πέφτει από μεγάλο ύψος μπορεί να προκαλέσει σοβαρό τραυματισμό.

Η εμφάνιση τέτοιων φθορών δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα απλό αισθητικό πρόβλημα, αλλά να οδηγεί σε έλεγχο και, εφόσον απαιτείται, σε άμεση λήψη μέτρων ασφαλείας και αποκατάσταση.

Την ίδια ώρα, όπως σημειώνει, η φθορά δεν υποχωρεί με την πάροδο του χρόνου. Μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες εργασίες, αλλά απαιτείται πρώτα να διαπιστωθεί η έκταση της βλάβης.

«Από την ώρα που έχει αρχίσει η διάβρωση έως και να χάνεται μάζα από τον οπλισμό, αυτή η απώλεια δεν επανέρχεται από μόνη της. Μπορούμε πλέον να επιβραδύνουμε ή να σταματήσουμε τη διαδικασία με τις κατάλληλες επεμβάσεις, αλλά πρέπει να γίνει σωστή και έγκαιρη διάγνωση. Ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να χρειαστεί πρόσθετη προστασία του οπλισμού, επισκευή του σκυροδέματος ή ακόμη και αντικατάσταση τμημάτων του, με νεότερα λιγότερο πορώδη σκυροδέματα και αναστολέα διάβρωσης έως και αντικατάσταση οπλισμού ή ενίσχυση. Δεν υπάρχει μία λύση που να εφαρμόζεται σε όλα τα κτήρια», εξηγεί ο καθηγητής.

Οι τεχνολογίες σήμερα έχουν προχωρήσει τόσο στα υλικά επισκευής και ενίσχυσης όσο και στην τεκμηρίωση του προβλήματος αυτού καθαυτού, προσθέτει.

Δεν αρκεί η απόσταση από τη θάλασσα
Η περιβαλλοντική έκθεση είναι ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας για τη διάβρωση του οπλισμού.

Σύμφωνα με τον καθηγητή, τα άλατα χλωριόντων (το κοινό αλάτι) που μεταφέρονται από τον αέρα μπορούν να επιταχύνουν τη φθορά, ενώ σε βιομηχανικές περιοχές και άλλοι περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως το διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα επιβαρύνουν την προστασία που παρέχει το σκυρόδεμα στον οπλισμό και επιταχύνουν το φαινόμενο.

«Επίσης, μην ξεχνάμε και την υπερβολική χρήση αλατιού ως αντιπαγωτικό, που σε πολλές περιπτώσεις είναι υπερβολική», τονίζει.

Ο κ. Ζέρης επισημαίνει ότι, παρότι το όριο του 1,5 χιλιομέτρου από τη θάλασσα χρησιμοποιείται ως κριτήριο, δεν αποτυπώνει πάντα την πραγματική έκθεση μιας περιοχής σε χλωριόντα από τη θάλασσα: «Το ενάμισι χιλιόμετρο έχει τεθεί ως όριο, όμως δεν θα πρέπει να στεκόμαστε μόνο σε αυτό. Η τοπική μορφολογία της περιοχής και οι άνεμοι μπορούν να μεταφέρουν και να εγκλωβίσουν το αλάτι σε μεγαλύτερες αποστάσεις. Το μικροκλίμα παίζει σημαντικό ρόλο. Γι’ αυτό χρειάζονται μετρήσεις σε ετήσια βάση, ώστε να γνωρίζουμε ποιες περιοχές είναι πραγματικά περισσότερο εκτεθειμένες και όχι να βασιζόμαστε αποκλειστικά σε έναν γενικό κανόνα απόστασης».

Χαρτογράφηση και επιτόπιοι έλεγχοι
Για τον καθηγητή, το πρώτο βήμα μιας συστηματικής προσπάθειας θα πρέπει να είναι η καταγραφή των περιβαλλοντικών συνθηκών και στη συνέχεια η ιεράρχηση των κτηρίων που χρειάζονται έλεγχο.

«Θα πρέπει να ξεκινήσουμε με τη χαρτογράφηση των περιβαλλοντικών συνθηκών, πραγματοποιώντας μετρήσεις της συγκέντρωσης χλωριόντων και διοξειδίου του άνθρακα στον αέρα, σε διαφορετικές περιοχές και καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ώστε να καταγραφεί ο βαθμός έκθεσης των κατασκευών σε διαβρωτικούς παράγοντες. Παράλληλα, θα πρέπει να εξετάσουμε την κατάσταση του εδάφους και το ενδεχόμενο ανιούσας υγρασίας, καθώς και την παρουσία επιθετικών αλάτων από άλλες πηγές, όπως τα λιπάσματα, σε αγροτικές περιοχές όπου υπάρχουν υποδομές, για παράδειγμα αρδευτικά έργα. Με βάση αυτά τα δεδομένα, θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τις περισσότερο επιβαρυμένες περιοχές και να καθορίσουμε ποιες πρέπει να έχουν προτεραιότητα στους ελέγχους», αναφέρει, περιγράφοντας τα πρώτα βήματα που θα ακολουθούσε για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το επόμενο βήμα θα ήταν να εξεταστούν τα κτήρια με βάση την ηλικία τους, τον τύπο κατασκευής και την έκθεσή τους στο περιβάλλον. «Η αξιολόγηση δεν χρειάζεται να περιορίζεται στην οπτική επιθεώρηση, αν και η αρχική οπτική παρακολούθηση εξωτερικών ενδείξεων σίγουρα βοηθάει», σημειώνει.

Όπως καταλήγει ο κ. Ζέρης, μπορούν να γίνουν σε οποιοδήποτε στάδιο από μηχανικό και επιτόπιες μη καταστρεπτικές δοκιμές στο σκυρόδεμα, με μικρό κόστος και χωρίς ουσιαστική επιβάρυνση στο δόμημα, ώστε να διαπιστωθεί αν υπάρχει διάβρωση και να εκτιμηθεί η έκτασή της.

- Advertisement -

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Δείτε ακόμα

Σχετικά άρθρα