Mετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε αντίθεση με το καζίνο του Μόντε Κάρλο που παρέμεινε αναπτυξιακός πυλώνας για το Μονακό, δεν υπήρξε ανάλογο παράδειγμα στον ελληνικό χώρο.

Η… θεά Τύχη γιορτάζει την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και τιμάται παραδοσιακά από τους πιστούς της, ιδιαίτερα στους… ναούς της, όπως είναι τα απανταχού καζίνο.

Η δημιουργία των καζίνων ξεκινάει από τα μέσα του 19ου αιώνα, αλλά πολλές φορές, όπως στην περίπτωση του Μόντε Κάρλο και της Ελλάδας, η ιστορία τους έχει… ονοματεπώνυμο.

Κοινό στοιχείο -εκτός από το ότι κάποια πρόσωπα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξή τους- είναι ότι τα πρώτα χρόνια λειτούργησαν με τέτοιον τρόπο, ώστε να καταστούν αναπτυξιακοί πυλώνες τόσο για το πριγκιπάτο του Μονακό όσο και για το Λουτράκι του Μεσοπολέμου, δίνοντάς του μεγάλη ώθηση μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1928. Δυστυχώς, όμως, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε αντίθεση με το καζίνο του Μόντε Κάρλο που παρέμεινε αναπτυξιακός πυλώνας για το Μονακό, δεν υπήρξε ανάλογο παράδειγμα στον ελληνικό χώρο.

Η αλήθεια είναι ότι πίσω από τη δημιουργία της… Μέκκας του ευρωπαϊκού τζόγου υπήρξε η βασιλική οικογένεια του πριγκιπάτου, από τον οίκο των Γκριμάλντι, που αναζητούσε τρόπους ν’ αυξήσει τα κρατικά έσοδα μετά την απόσχιση δύο πόλεων το 1848.

Κατά μια εκδοχή, η πριγκίπισσα Καρολίνα ήταν αυτή που σκέφτηκε να εξεταστούν εναλλακτικοί τρόποι αύξησης των εσόδων. Ετσι, το 1854 καταρτίστηκε ένα σχέδιο για τη δημιουργία ενός θέρετρου. Στο πλαίσιο αυτού του σχεδίου -λέγεται- ότι δημιουργήθηκε το 1856 και ένα καζίνο, το οποίο άλλαξε διάφορους ιδιοκτήτες και θέσεις μέχρι να καταλήξει σε μια περιοχή που ονομαζόταν «Σπηλιές» (γαλλικά, Les Spelugues). Αργότερα, αυτή η περιοχή μετονομάστηκε σε Μόντε Κάρλο.

Η δραστήρια πριγκίπισσα, απογοητευμένη από την αποτυχημένη λειτουργία του καζίνου, αναζήτησε τον Γάλλο επιχειρηματία Φρανσουά Μπλαν (François Blanc), ο οποίος λειτουργούσε με επιτυχία το καζίνο του Χόμπουργκ και είχε καταστήσει αυτή τη μικρή γερμανική πόλη σε παγκοσμίου φήμης θέρετρο, και τον έπεισε, έπειτα από πολλές προσπάθειες, ν’ αναλάβει το δικό τους καζίνο.

Η άλλη, πιο «ψυχρή» εκδοχή θέλει τον Φρανσουά Μπλαν και τον αδελφό του Λουδοβίκο να καταφεύγουν στο Μονακό μετά την απόφαση του Κάιζερ της Γερμανίας να μην τους ανανεώσει το προνόμιο της λειτουργίας στο καζίνο του Χόμπουργκ. Οπως και να έχει, το 1858 άρχισε να χτίζεται στις «Σπηλιές» ή Μόντε Κάρλο το περίφημο καζίνο. Εγκαινιάστηκε το 1863 και λειτούργησε, για πολλά χρόνια, από τους αδελφούς Μπλαν, που χαρακτηρίστηκαν ευεργέτες του πριγκιπάτου μια και από τα κέρδη του συντηρούνταν ολόκληρη η ηγεμονία και οι υπήκοοί της απαλλάχθηκαν από κάθε φορολογία.

Κίνηση – ματ για την επιτυχία των δύο αδελφών θεωρείται ότι ήταν η δημιουργία της ρουλέτας με ένα «0» σε πράσινη θέση. Μέχρι τότε οι ρουλέτες είχαν 38 αριθμούς, καθώς εκτός του «0» είχαν και το διπλό μηδέν («00»). Η κίνηση του Μπλαν να μειώσει τους αριθμούς σε 37 (0-36) αύξησε τις πιθανότητες κέρδους για τον παίκτη και αποτέλεσε ισχυρό ανταγωνιστικό κίνητρο απέναντι στις τότε χαρτοπαικτικές λέσχες του Παρισιού. Σήμερα, αυτές οι ρουλέτες κυριαρχούν σε όλη την Ευρώπη, αλλά και σε μεγάλα καζίνα των ΗΠΑ. Σύμφωνα με έναν μύθο, ο Φρανσουά Μπλαν για να αποκτήσει αυτό το μυστικό της ρουλέτας διαπραγματεύτηκε με τον διάβολο. Γι’ αυτό, το άθροισμα όλων των αριθμών στον τροχό της ρουλέτας (από 0 έως 36) είναι 666, που είναι ο «Αριθμός του Θηρίου». Καθώς, όμως, το καζίνο είναι ο μόνος σίγουρος κερδισμένος από το παιχνίδι ένα γαλλικό λογοπαίγνιο με το όνομα του Μπλαν, που σημαίνει άσπρο, ανέφερε ότι «Και το κόκκινο και το μαύρο χάνουν. Μόνο το άσπρο (= Μπλαν) κερδίζει πάντα».

Στην Ελλάδα η ιστορία των καζίνων δεν έχει ρομαντικές ιστορίες με πριγκίπισσες και… θηρία.

Η δημιουργία τους εντοπίζεται στα μέσα της δεκαετίας του 1920, με την εισαγωγή στη χώρα της ρολίνας, όπως ονομαζόταν τότε η ρουλέτα. Ομως, η ακριβής ημερομηνία… γέννησης των πρώτων καζίνων δεν είναι γνωστή. Φαίνεται ότι οι πρώτες άδειες δόθηκαν την περίοδο της δικτατορίας Πάγκαλου (1925 – 26).

Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι λειτουργούσε, από το 1924, αίθουσα καζίνο στο ιστορικό ξενοδοχείο του Λουτρακίου «Beau Rivage» αλλά το πιθανότερο είναι ότι το ξενοδοχείο διέθετε, όπως όλα εκείνη την εποχή, κάποια χαρτοπαικτική αίθουσα, όπου πιθανόν προστέθηκε η «ρολίνα». Γενικά, πάντως, φαίνεται ότι τα πρώτα χρόνια υπάρχει μια σύγχυση μεταξύ των χαρτοπαικτικών αιθουσών ή των λεσχών, στις οποίες προστίθετο η ρουλέτα, με τα καζίνα. Είναι ενδεικτικό ότι το καζίνο της Ελευσίνας, που λειτούργησε το 1926, χαρακτηριζόταν ως «χαρτοπαικτική λέσχη».

Να διευκρινίσουμε πως πολλές χαρτοπαικτικές λέσχες στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν ουσιαστικά κέντρα πολυτελείας, με εξαιρετικούς χώρους, πλούσια διακόσμηση και υψηλής ποιότητας σέρβις, όπου σύχναζαν υπουργοί, βουλευτές, στρατιωτικοί, δημοσιογράφοι, ανώτεροι υπάλληλοι κ.λπ. Στις «λαϊκές» λέσχες η εικόνα ήταν ενός κλασικού χαρτοπαίγνιου. Το καζίνο της Ελευσίνας λειτούργησε για λίγο καιρό, ενώ η χορήγησή της άδειας λειτουργίας του στον Δ. Κοτζαμάνη, ενώ υπήρχαν πλειοδότες με μεγαλύτερα ποσά, χαρακτηρίστηκε ως σκανδαλώδης, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν, αργότερα, σε δίκη (και να καταδικαστούν) ο δικτάτορας Θ. Πάγκαλος και ο υπουργός Γ. Βογόπουλος (βλ. εφ. «Μακεδονία» φ. 27/6/1930).

Τον Ιούνιο του 1927 φαίνεται ότι λειτούργησε καζίνο στο Διόνυσο, για το οποίο είχε βγει αστυνομική διάταξη, που απαγόρευε την είσοδο σε ανήλικους, σε σπουδαστές και αξιωματικούς ξηράς και θάλασσας, σε τραπεζικούς υπαλλήλους και «εις τας γυναίκας εφόσον την απαγόρευσιν της εις τας λέσχας εισόδου αυτών ητήσατο εγγράφως ο σύζυγος ή ο αρχηγός της οικογενείας τούτων».

Αλλα καζίνα φαίνεται να λειτούργησαν, χωρίς επιτυχία, στις Σπέτσες, στον Αγιο Ανδρέα και στη Νέα Ιωνία (Αλσούπολη).

Για το Λουτράκι, όπως προαναφέρθηκε, παρότι αναφέρεται σε ορισμένες πηγές ότι καζίνο λειτούργησε το 1924 φαίνεται ότι το πρώτο αμιγώς καζίνο δημιουργήθηκε το 1928 στη βίλα Λοβέρδου. Ομως, εκείνη τη χρονιά, εξαιτίας του καταστροφικού σεισμού, το καζίνο δεν λειτούργησε. Οπως φαίνεται η λειτουργία του ξεκινάει στην παραθαλάσσια βίλα, το καλοκαίρι του 1929, αλλά τις μεγάλες «δόξες» γνώρισε από το 1930 και μετά όταν ανέλαβε τη λειτουργία του ο δραστήριος επιχειρηματίας Χρήστος Περίχαρος. Ο Περίχαρος είχε γεννηθεί το 1870 ή το 1872 στη Θουρία της Καλαμάτας.

Σύμφωνα με μια αναφορά στο περιοδικό «Αστυνομική Επιθεώρηση» (τ. Δεκεμβρίου 1991) υπήρξε πρώην αστυφύλακας. Το πιθανότερο, όμως, είναι ότι υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του, όπως συνέβαινε τότε, ως χωροφύλακας, διότι όπως έγραψε μετά τον θάνατό του η εφημερίδα «Ελληνικό Μέλλον» (25/4/1935) όταν ήρθε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε μόνιμα «ήρχισεν το στάδιόν του εις διαφόρους λέσχας, κατόπιν δε ήνοιξε και ιδικήν του εις την λεωφόρον Πανεπιστημίου».

Το 1908 γνωρίζουμε ότι η λέσχη του Χρήστου Περίχαρου ήταν μια από τις πιο αριστοκρατικές της εποχής. Βρισκόταν στην οδό Εμμ. Μπενάκη 2 (τότε ονομαζόταν οδός Προαστείου), στη γωνία με την οδό Πανεπιστημίου. Παράλληλα με τη λέσχη λειτούργησε στο ίδιο κτίριο το «Πανελλήνιον», ένα πολυτελέστατο συγκρότημα με καφενείο, ζαχαροπλαστείο, γαλακτοπωλείο, ζυθοπωλείο και εστιατόριον «με εκλεκτήν μαγειρικήν και υπηρεσίαν», το οποίο διέθετε ιδιαίτερες αίθουσες για οικογένειες, όπως απαιτούνταν τότε. Στο εστιατόριο έπαιζε ορχήστρα, ενώ όπως αναφερόταν σε διαφήμιση της εποχής «άνωθεν του Πανελληνίου {λειτουργούσε} Λέσχη ηλεκτροφώτιστος, πλουσίως επιπλωμένη και ανοικτή μέχρι πρωίας».

Μετά το «Πανελλήνιον» ο Περίχαρος έκανε ένα νέο, μεγάλο επιχειρηματικό βήμα, ανοίγοντας την ιστορική «Αίγλη», που έδωσε νέα πνοή στο Ζάππειο. Στη συνέχεια αγόρασε κτήματα «και επεδόθη εις παντός είδους μεγάλας επιχειρήσεις από τα οποίας εθησαύρισεν», σύμφωνα με το «Ελληνικό Μέλλον». Στις επιχειρήσεις του προστέθηκε μια ιδιωτική τράπεζα και μια ασφαλιστική εταιρεία.

Πολιτικά ανήκε στον βενιζελικό χώρο και μάλιστα υπάρχει έγγραφο στο ψηφιακό αρχείο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος» από το οποίο φαίνεται ότι είχε δανείσει ένα σημαντικό ποσόν για την εποχή (2.500 δραχμές) στον Αλεξ. Β. Γιαννόπουλο, στέλεχος των «Φιλελευθέρων», για τα έξοδα μεταφοράς 64 ψηφοφόρων του κόμματος από το Λουτράκι στην Αθήνα. Με το έγγραφο, που έχει ημερομηνία 14 Οκτωβρίου 1932, ο Γιαννόπουλος ζητούσε από τον Βενιζέλο να αποπληρώσει το δάνειο. Για την τοποθέτησή του σε αυτόν τον χώρο φαίνεται ότι ο Περίχαρος συνελήφθη, μαζί με άλλους, μετά το αποτυχημένο «βενιζελικό» κίνημα της 1η Μαρτίου 1935, αλλά γρήγορα απελευθερώθηκε.

Στο δημοσίευμα, που έκανε η εφημερίδα «Ελληνικό Μέλλον», αναφερόταν ακόμα ότι «από ετών ανεμιγνύετο εις τα καζίνα, τα οποία ενοικίαζεν εις τας δημοπρασίας είτε μόνος είτε μετ’ άλλων». Από διάφορες αναφορές φαίνεται ότι ο Περίχαρος συμμετείχε, για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρόνο, σε διάφορα καζίνα. Ομως, αυτό που «σφράγισε» με την παρουσία του ήταν εκείνο του Λουτρακίου. Αλλωστε η διαφήμιση, που άρχισε να δημοσιεύεται από την 1η Ιουνίου 1930 σε εφημερίδες των Αθηνών, τόνιζε ιδιαίτερα ότι: «Από σήμερα το Καζίνο Λουτρακίου υπό την προσωπικήν διεύθυνσιν του γνωστού επιχειρηματίου κ. Χρήστου Περίχαρου».

Ο ίδιος, όπως έγραφαν οι εφημερίδες, είχε κάνει εκτεταμένες εργασίες διαρρυθμίσεων της τάξης τού ενός εκατομμυρίου δραχμών!

Εκτός από τη ρουλέτα υπήρχαν τραπέζια για μπακαρά, ένα σχετικά εύκολο χαρτοπαικτικό παιχνίδι, από τα παλαιότερα παιχνίδια καζίνο, καθώς και η πιο σύγχρονη παραλλαγή του, το σεμέν ντε φερ.Το «κλειδί» για την επιτυχή λειτουργία του καζίνου υπό την διεύθυνση του Περίχαρου ήταν η δημιουργία τακτικής συγκοινωνίας από και προς το Λουτράκι με πολυτελή αυτοκίνητα, που αναχωρούσαν από την πλατεία Κάνιγγος.

Τρία χρόνια αργότερα, η ελληνόφωνη εφημερίδα της Αιγύπτου «Ταχυδρόμος» χαρακτήρισε το Λουτράκι ως το «Μόντε Κάρλο της Ελλάδας» και εκθείαζε αυτήν τη συγκοινωνία αναφέροντας τα εξής:

«Ο κ. Περίχαρος, ιδιοκτήτης του Καζίνου Λουτρακίου, έχει οργανώσει τόσο καλά την υπηρεσία των αυτοκινήτων, ώστε οι ανυπόμονοι παίκται δεν έχουν να περιμένουν στην Πλατεία Κάνιγγος, όπου το γραφείον του, ούτε πέντε λεπτά. Το ένα αυτοκίνητον αναχωρεί σχεδόν αμέσως μετά το άλλο, για να σταθμεύση έπειτα από δύο ακριβώς ώρες, στον τόπο των μεγάλων συγκινήσεων, στο Καζίνο».

Από τον Ιούλιο του 1930 η οδική συγκοινωνία είχε ενισχυθεί και με ατμοπλοϊκή, καθώς το καζίνο δρομολόγησε ένα ναυλωμένο ατμόπλοιο, που αναχωρούσε κάθε απόγευμα στις 7 από το Ρολόι στον Πειραιά (σ.σ. το εμβληματικό κτίριο, απέναντι από την Αγία Τριάδα, που κατεδαφίστηκε επί χούντας από τον δήμαρχο Σκυλίτση) και στις 4 τα ξημερώματα από το Λουτράκι. Για την ιστορία, να πούμε ότι το πλοίο ήταν η θαλαμηγός «Μάννα», που ανήκε στην Ατμοπλοΐα Σαρωνικού. Είχε ναυπηγηθεί το 1904 στη Γλασκόβη της Σκοτίας, είχε μήκος 45 μέτρα και ήταν το ταχύτερο πλοίο στη γραμμή του Σαρωνικού. Βυθίστηκε το 1941 από βομβαρδισμό γερμανικών αεροπλάνων στην Εύβοια.

Αυτές οι κινήσεις εκτός από το καζίνο «απογείωσαν» και την κίνηση στο Λουτράκι, κάνοντάς το ξανά ένα σημαντικό θέρετρο και βοηθώντας το να επουλώσει γρήγορα τις «πληγές» από τον σεισμό του ’28. Από περιγραφές φαίνεται ότι στην είσοδο του καζίνου υπήρχε βεστιάριο και ακολουθούσε μία αίθουσα για τα χαρτοπαικτικά παιχνίδια και μία για ρουλέτα. Ακολουθούσε το κυρίως μέρος του καζίνου με ένα κήπο-αίθουσα, που γρήγορα χρειάστηκε να επεκταθεί για να στηθούν τρία τραπέζια ρουλέτας. Προς τη θάλασσα υπήρχε διαμορφωμένο κοσμικό εστιατόριο, με τραπέζια για 300 άτομα και με πίστα χορού, φυσικά με ζωντανή μουσική. Πολύ γρήγορα κατασκευάστηκε μια νέα βεράντα, «σχεδόν πλωτή πλατεία επάνω στη θάλασσα» αυξάνοντας τη χωρητικότητα σε 1.000 άτομα.

Καθώς δε οι τιμές του εστιατορίου θεωρούνταν προσιτές, πολύ σύντομα ο χώρος έγινε πόλος έλξης για τους σχετικά ευκατάστατους Αθηναίους, που μπορούσαν να συνδυάζουν μια πολυτελή έξοδο με τον… αγαπημένο τους τζόγο.

Ομως, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό, η αντιμετώπιση των εργαζόμενων δεν ήταν το ίδιο… λαμπρή. Ετσι, όπως διαβάζουμε σε εφημερίδες της εποχής («Εμπρός» φ.17/8/1930), τον Δεκαπενταύγουστο το 1930 οι εργαζόμενοι ζητώντας αύξηση του μισθού τους και την απόδοσή σε αυτούς των φιλοδωρημάτων, έκαναν απεργία και δημιουργήθηκαν επεισόδια με απεργοσπάστες, που «επιστρατεύτηκαν» για να εργαστούν στη θέση τους.

Η διεκδίκηση των φιλοδωρημάτων έχει εξήγηση. Απ’ αυτά συγκεντρώνονταν μεγάλα ποσά και γι’ αυτό την ίδια περίοδο στο καζίνο του Μόντε Κάρλο οι 546 κρουπιέρηδες δεν ελάμβαναν μισθό, αμειβόμενοι μόνο από τα φιλοδωρήματα.

Σύμφωνα με κάποια δημοσιεύματα, το καζίνο Λουτρακίου είχε το 1934 καθαρά κέρδη 4 εκατομμ. δραχμές.

Στη συνέχεια ο Χρήστος Περίχαρος αποχώρησε από την επιχείρηση και ασχολήθηκε με τις άλλες δραστηριότητές του. Δολοφονήθηκε, από συγγενικό του πρόσωπο, στις 24 Απριλίου 1935, στη διασταύρωση των οδών Αιόλου και Σταδίου. Το καζίνο λειτούργησε μέχρι την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε και έκλεισε για πολλά χρόνια.

 

 

Πηγές:
•Βικιπαίδεια,
• https://www.athensvoice.gr/15486_spetses-nisi-san-mythistorima,
• http://www.ellinikakazino.com/paradosiakaellinikakazino/ellinikakazinoistoria/kazinoelefsinaspagkalosskandalo/index.html
• Εφημερίδες: «Ακρόπολις» φ. 4/1/1906, «Ακρόπολις» φ. 20/10/1908, «Ακρόπολις» φ. 3.7.1929, «Μακεδονία» φ. 27/6/1930, «Εμπρός» φ. 27/7/1930, «Εμπρός» φ. 6.8.1930, «Εμπρός» φ. 9/8/1930, «Ταχυδρόμος» φ. 3/7/1933, «Ελληνικό Μέλλον» φ. 25/4/1935