Όλα δείχνουν πλέον ότι η Ελλάδα μετά την τριετία 2006 – 2009 θα έχει μια ακόμα ευκαιρία να “παίξει” στη διεθνή ενεργειακή σκακιέρα με ευνοϊκούς όρους.

Αυτό δείχνει ακόμα και η πρόσφατη επαναφορά του αγωγού Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη ως έργο που βαίνει προς αναβίωση και μάλιστα με τη Βουλγαρία να είναι εκείνη που το ανακινεί αυτή τη φορά. 

Οι θετικές προθέσεις για τα ελληνικά FSU/FSRU τόσο της Αλεξανδρούπολης, όσο και της μεγάλης κληρονομιάς της Ρεβυθούσας, σε συνδυασμό με την παγκόσμια εμβέλεια του ελληνικού στόλου φορτηγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και της πιθανής (πιο πιθανή από ποτέ) έναρξης εκμετάλλευσης ελληνικών οικοπέδων με κοιτάσματα, δείχνουν ότι η χώρα μετά από μια ολόκληρη 15ετία αρχίζει ξανά να αντιμετωπίζεται ως “παίχτης” στο ενεργειακό θέατρο. 

Δεν πρέπει να αγνοηθεί σε αυτό το σημείο και η ταυτόχρονη ενεργοποίηση έντονου ενδιαφέροντος για τη δημιουργία μεγάλων datacenters λόγω σημαντικών πλεονεκτημάτων (κλίμα, πολιτική σταθερότητα με όρους Δημοκρατίας, προσιτότητα παγκοσμίων κυκλωμάτων), καθώς η ενεργειακή παραγωγή και διανομή αυτή την περίοδο όλο και περισσότερο ψηφιοποιείται και θα απαιτήσει ισχυρές ψηφιακές και διαδικτυακές υποδομές. 

Ποτέ όμως οι θετικές παρατηρήσεις δεν έρχονται μόνες, ιδιαίτερα στη χώρα μας. Η Ελλάδα πρέπει με κάθε τρόπο να αποφύγει λάθη στην πορεία αυτή που μπορεί να είναι και η τελευταία της ευκαιρία υπό το πρίσμα της συγκέντρωσης παγκόσμιου ενδιαφέροντος. 

Η διαφαινόμενη ευκαιρία δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με όρους ρεσάλτου.

Δυστυχώς ήδη παρατηρούνται κινήσεις εγχώριων παιχτών που με τις γνωστές τακτικές hit & run προετοιμάζονται για “φαγοπότι”. Διάφοροι “φορείς” αρχίζουν να ξεφυτρώνουν με βαρύγδουπους τίτλους όπως “διαχειριστής”, “οδηγός”, “ρυθμιστής”, την ώρα που οι επίσημοι κρατικοί φορείς αγνοούνται ως προς τη θεσμική τους λειτουργία και υπόσταση. Αγνοούνται οι θεσμικές μονάδες που μπορούν και οφείλουν να εμπλακούν σε τέτοιου είδους έργα, πρωτίστως για να διαφυλάξουν την ακεραιότητα του εγχειρήματος αλλά και να διασφαλίσουν τη σύνδεσή του με το Εθνικό συμφέρον. 

Ήδη παρατηρούνται συζητήσεις και εισηγήσεις, ακόμα και σε διεθνή φόρα, μη θεσμικών παιχτών (με ποια άραγε εξουσιοδότηση;) οι οποίοι μιλούν αυστηρά σε βάση αγοράς και επιχειρηματικών συμφερόντων την ώρα που ακόμα και οι ΗΠΑ έχουν θέσει τα ενεργειακά αυστηρά εντός της επίσημης ατζέντας της Εθνικής Ασφάλειας. 

Αγνοείται πλήρως το Εθνικό οργανωσιακό πλαίσιο, ακόμα και με όρους κυριότητας, κυριαρχίας και πρωτοβουλίας ως προς το ανθρώπινο δυναμικό του, την αξιοποίησή του και βεβαίως την ομπρέλα νομιμότητας. Μια τέτοια εθνική υπόθεση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τους Εθνικούς Φορείς ως παράπλευρους παροχείς υπογραφών και νομιμοποιήσεων μελετών, χωρίς οι ίδιοι να συμμετέχουν ενεργά και με βαρύτητα στον όλο σχεδιασμό ακόμα και με διοικητικές αρμοδιότητες. 

Ακόμα και σε επίπεδο “συνεργατών” διαμορφώνεται – σιωπηρά για την ώρα – μια στρατιά ετερόκλητων δήθεν “ειδικών” που προηγουμένως ήταν ειδικοί σε άλλα, κατά δαιμονισμένη σύμπτωση σε κάθε άλλα που χρηματοδοτούνταν από εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα στο παρελθόν. Δεν γίνεται να είσαι για παράδειγμα “ειδικός” στα κουφώματα αλουμινίου (ως δραστηριότητα) και ξαφνικά να μεταβάλλεσαι σε ειδικό επί των ενεργειακών ζητημάτων είτε με όρους αγοράς, είτε με όρους εξέτασης διεθνών πολιτικών ζητημάτων. 

Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στο πως θα κινηθεί η χώρα σε αυτή την ευνοϊκή συγκυρία. Και εκτός των άλλων είναι και μια μεγάλη ευκαιρία να εκμεταλλευτεί το δυναμικό της το οποίο πολλές φορές “σπαταλιέται” σε σφραγίδες και αριθμούς πρωτοκόλλων. 

Η Εθνική Ασφάλεια και η Εθνική Ενεργειακή Στρατηγική είναι υποθέσεις που δεν μπορούν να εμπίπτουν σε ευκαιριακές λογικές γρήγορης κατανάλωσης ενός “ΕΣΠΑ” από μετεωρικούς αναδόχους. 

Η Ελλάς έχει μια θετική συγκυρία και ευνοϊκό “άνεμο”. Γι’ αυτό και έχει “μανιώσει” ο γείτονας. Αρκεί για άλλη μια φορά να μη βγάλει τα μάτια της μόνη της όπως τότε που ο κάθε πικραμένος πέρναγε από την Πρεσβεία για να δώσει “ραπόρτο” προσδοκώντας σε ένα εφήμερο όφελος. Η ισορροπία μεταξύ Εθνικών Αρχών και δυνάμεων της αγοράς είναι ο μόνος ασφαλής δρόμος για να μη μιλάμε σε μερικά χρόνια για μια ακόμα μεγάλη χαμένη ευκαιρία. 

 

Βασίλειος Μπαλάφας
Δρ Πανεπιστημίου Πελοποννήσου