• Συνταγματάρχες, καθηγητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, πυροσβέστες, φουρνάρηδες και εισαγγελείς. Αυτά είναι μερικά από τα επαγγέλματα που ασκούν σήμερα άνθρωποι που μεγάλωσαν στα περίφημα «Γυφτοχώρια» Σερρών, μια από τις επιτυχημένες ιστορίες ενσωμάτωσης.

«Αυτοπροσδιορίζονται ως “Γύφτοι”, θεωρούν προσβλητικό να τους αποκαλέσει κανείς “Τσιγγάνους” ή “Ρομά”», εξηγεί  ο κ. Κώστας Παϊτέρης, πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Ρομά Μεσολαβητών και Συνεργατών.

Η ανθρωπογεωγραφία, όμως, των Ρομά, οι συνθήκες ζωής και κατά συνέπεια το πεπρωμένο των επόμενων γενεών διαφέρουν πολύ από το ένα μέρος στο άλλο. Στην Αττική, Ρομά ζουν στον Ασπρόπυργο, στο Ιλιον, στο Ζεφύρι, στο Νομισματοκοπείο, στο Πάτημα Χαλανδρίου, στην Αγία Βαρβάρα κ.α. και οι συνθήκες είναι παντού διαφορετικές· οι κοινότητες Ρομά είναι πολλών ταχυτήτων.

«Υπάρχουν 100 καταγεγραμμένα σημεία στην Ελλάδα όπου ζουν Ρομά σε τέτοιες συνθήκες που αποτελούν ντροπή για τη χώρα μας, όπως η Καμηλόβρυση στη Λαμία, ο Ριγανόκαμπος στην Πάτρα, τα Σαγέικα στην Κάτω Αχαΐα κ.ά.» σημειώνει ο κ. Παϊτέρης, ο οποίος ως διαμεσολαβητής καλείται συχνά να δώσει το «παρών» σε αυτές τις περιοχές, καθώς εκεί προκύπτουν οι συχνότερες διενέξεις και εντάσεις – άλλοτε μεταξύ των μελών της κοινότητας και άλλοτε με τους «Μπαλαμούς», πολίτες ή εκπροσώπους της πολιτείας.

Εκρηκτικό κλίμα επικρατεί εδώ και πολλά χρόνια στο Πυρί Θήβας, έναν καταυλισμό Ρομά πέριξ μιας γέφυρας που είναι γνωστή ως «γέφυρα του τρόμου». «Είναι προτιμότερο να χάσεις χρόνο πηγαίνοντας από παρακαμπτηρίους παρά να περάσεις από εκεί», αναφέρουν κάτοικοι της περιοχής.

Οι περιγραφές των διερχόμενων οδηγών σοκάρουν: «Μπορεί να ξεφύγεις με σπασμένο το τζάμι του παρμπρίζ, με κατεστραμμένο ή καθόλου αμάξι, χωρίς χρήματα, ρολόι ή κινητό ή, ακόμη χειρότερα, έχοντας χτυπήσει κάποιο παιδί που ξάφνου εμφανίστηκε μπροστά σου». Στους κόλπους αυτής της κοινότητας η παραβατικότητα και δη μεταξύ ανηλίκων μοιάζει να έχει κανονικοποιηθεί, σύμφωνα με μαρτυρίες μάλιστα πολλοί βιοπορίζονται από τη διακίνηση ναρκωτικών και όπλων. «Ο εν λόγω καταυλισμός θεωρείται γκέτο, το οποίο λίγοι εκπρόσωποι της πολιτείας τολμούν να πλησιάσουν», σχολιάζει μια πηγή.

«Θα μας βρεις δουλειά;». Με αυτό το βασικό αίτημα φθάνουν στο γραφείο της κοινωνικής λειτουργού στον Δήμο Αλιάρτου – Θεσπιέων, Χρύσας Λάμπρου, πολλοί ενήλικοι Ρομά, που ζουν φιλήσυχα στους τρεις καταυλισμούς στην είσοδο της Αλιάρτου. «Πρόκειται για περίπου 300 άτομα που μένουν σε τέσσερις καταυλισμούς χωρίς νερό και ηλεκτροδότηση, οι περισσότεροι ασχολούνται με πώληση προϊόντων μαναβικής στις λαϊκές αγορές, ενώ μόνο δύο εργάζονται σταθερά σε εργοστάσια της περιοχής», δηλώνει η ίδια.

Το ελάχιστο εισόδημα

Τα προβλήματα, οι νοοτροπίες και οι ιδιαιτερότητες που κρατούν τα μέλη πολλών κοινοτήτων στο περιθώριο της κοινωνίας – Προτάσεις για επανασχεδιασμό των σχετικών προγραμμάτων της πολιτείας.

Βιοπορίζονται με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, το επίδομα παιδιού και τα βοηθήματα που κατά καιρούς βγαίνουν (π.χ. market pass), ορισμένοι μπορεί να απασχοληθούν σε κοινωφελή προγράμματα με 8μηνες συμβάσεις, κυρίως στον τομέα της καθαριότητας.

Κάποιοι, ωστόσο, λόγω των πολλών παιδιών και υποχρεώσεων, προτιμούν συχνά τη «σταθερά» του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για όλο τον χρόνο παρά έναν ελαφρώς υψηλότερο μισθό για μερικούς μήνες.

«Εχουν κατά καιρούς σχεδιαστεί προγράμματα για εμάς, τα οποία δυστυχώς δεν ανταποκρίνονταν στις πραγματικές ανάγκες και δυνατότητες της πλειονότητας των Ρομά», σχολιάζει ο κ. Βασίλης Πάντζος, πρόεδρος της ΕΛΛΑΝ ΠΑΣΣΕ, του συλλογικού οργάνου των Ρομά.

Ενδεικτικά, «το πρόγραμμα για νέους επιχειρηματίες, με επιχορήγηση έως και 100%, ήταν αξιόλογο, όμως δεν λάμβανε υπόψη κάποιες παραμέτρους: ότι ένας Ρομά απόφοιτος δημοτικού θα δυσκολευτεί με τη διαδικασία της αίτησης, ενδεχομένως δεν θα έχει τα χρήματα για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα (σ.σ. πολλοί ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας) και, ακόμη κι αν ξεπεράσει τα προηγούμενα εμπόδια, πολύ δύσκολα θα πεισθεί κάποιος ιδιοκτήτης ακινήτου να το νοικιάσει σε Ρομά μαγαζάτορα».

Αντιθέτως, ο κ. Πάντζος αντιπροτείνει κάτι που μπορεί να διανοίξει επαγγελματικές προοπτικές. «Από 13-14 ετών οι περισσότεροι οδηγούν Ι.Χ., ενώ όταν φτάνουν σε ηλικία που μπορούν να βγάλουν δίπλωμα, συνήθως δεν το κάνουν, καθώς έχουν ήδη πολλά στόματα να θρέψουν και ελάχιστα χρήματα».

Ως συνέπεια, πολλοί οδηγούν σε όλη τους τη ζωή χωρίς δίπλωμα. «Αν η πολιτεία τούς έδινε τη δυνατότητα για προφορικές εξετάσεις, θα αποκτούσαν την πιστοποίηση για μια δεξιότητα που ήδη κατέχουν και ενδεχομένως να γίνονταν επαγγελματίες οδηγοί», λέει στην «Κ». «Είναι ελάχιστες οι επαγγελματικές ευκαιρίες, καθώς μετά βίας τέσσερις εξ αυτών έχουν φοιτήσει στο δημοτικό στους εδώ καταυλισμούς», επισημαίνει η κ. Λάμπρου. «Ακόμη και σε τεχνικές δουλειές, χρειάζεται να μπορούν να διαβάσουν τους αριθμούς ή τις οδηγίες». Προβλήματα στην κατανόηση υπάρχουν σε πολλά επίπεδα. «Ερχονται να μου πουν όσα τους είπε ο δάσκαλος ή ο λογιστής για να τους εξηγήσω με απλά λόγια τι ακριβώς συμβαίνει».

Παππούς 36 ετών

Εχοντας, προφανώς, επίγνωση των δυσκολιών που βιώνουν λόγω της δικής τους έλλειψης μόρφωσης, οι γονείς της Αλιάρτου φροντίζουν για τη φοίτηση των παιδιών τους στο δημοτικό. «Τα πλένουν με τις μάνικες το πρωί και τα στέλνουν». Η ίδια προσπαθεί να τους ενθαρρύνει να εγγράψουν τα κορίτσια και στο γυμνάσιο. «Τους παρακαλώ να μην παντρέψουν τα παιδιά στα δώδεκα», λέει η κ. Λάμπρου, που βρίσκεται σε αυτή τη θέση τέσσερα χρόνια τώρα. «Εκεί συναντώ τοίχο, μου λένε “δεν μπορούμε να πάμε κόντρα στον παππού και στη γιαγιά, πρέπει να συνεχίσουμε τα ήθη και τα έθιμά μας”». Ο παππούς και η γιαγιά είναι 36 και 40 ετών, «είναι η γενιά που κάνει τώρα κουμάντο».

Αυξάνονται σταδιακά τα παιδιά που πηγαίνουν σχολείο

«Διαπιστώνουμε αύξηση της φοίτησης των παιδιών Ρομά στο δημοτικό σχολείο, αλλά και ενδιαφέρον πολλών ενηλίκων να εγγραφούν σε σχολείο δεύτερης ευκαιρίας», απαντά στην «Κ» ο κ. Γιώργος Σταμάτης, όταν τον ρωτάμε πού σημειώνεται πρόοδος ως προς την ένταξη των Ρομά στην ελληνική κοινωνία. Ο βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας και πρώην γενικός γραμματέας Κοινωνικής Αλληλεγγύης δεν κρύβει την ικανοποίησή του για αυτή την όχι και τόσο αυτονόητη εξέλιξη.

«Στο παρελθόν υπήρξαν προγράμματα για τους Ρομά, τα οποία δεν προχώρησαν, διότι ήταν ασύνδετα», παρατηρεί ο ίδιος, ο οποίος συνέταξε και εκπόνησε τη νέα εθνική στρατηγική για την ένταξη των Ρομά. «Εμείς επιδιώξαμε στο νέο σχέδιο, που έχει ορίζοντα 10ετίας, να εμπλέξουμε ενεργά όλες τις πλευρές – την Πολιτεία, την Κοινωνία των Πολιτών των Ρομά, τον δήμο, καθώς είναι προαπαιτούμενο η συμπόρευσή τους».

Ομολογουμένως, ο ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι κομβικός. «Στη χώρα μας έχουμε καταγράψει ότι ζουν 119.000 Ρομά, εξ αυτών 20.000 ζουν σε 77 καταυλισμούς με εξαιρετικά κακές συνθήκες», τονίζει ο κ. Σταμάτης. Πίσω από τις καλές ή τις κακές υποδομές στους συνοικισμούς που ζουν Ρομά κρύβεται εν πολλοίς η ύπαρξη ή μη πολιτικής βούλησης εκ μέρους του εκάστοτε δήμου.

Συχνά τα έργα που σχετίζονται με τους Ρομά δεν βρίσκονται στην ατζέντα των τοπικών αρχόντων, οι περισσότεροι αποφεύγουν την εμπλοκή, «για να μην μπλέξουν», άλλοι προτιμούν να «κληροδοτήσουν» την καυτή πατάτα στον διάδοχό τους. «Εχουν υπάρξει, ωστόσο, και δήμαρχοι διατεθειμένοι να κάνουν έργο σε αυτή την κατεύθυνση, οι οποίοι άλλοτε βρήκαν αντιμέτωπη την τοπική κοινωνία και άλλοτε τους ίδιους τους Ρομά».

Ο κ. Σταμάτης είναι πεπεισμένος ότι η αλλαγή θα έρθει από τη νέα γενιά και δη τις γυναίκες, εξ ου και θεωρεί απαραίτητη την ενδυνάμωσή τους και τη συνεχή διαβούλευση μαζί τους για τα θέματα που τους αφορούν.

«Οι μεγαλύτεροι πολλές φορές αμύνονται στις αλλαγές· δεν δέχονται να ενταχθούν σε νέα σχήματα, φοβούνται την απώλεια της ταυτότητάς τους, οπότε προτιμούν να επαναπαυτούν στον τρόπο ζωής που τους είναι ήδη γνωστός».

Ενδεικτικό της μέριμνας της τοπικής αυτοδιοίκησης για τους δημότες Ρομά, που τις περισσότερες φορές είναι και ψηφοφόροι, είναι η ύπαρξη ή μη «παραρτήματος Ρομά» στα κέντρα κοινότητας των δήμων. «Αυτή τη στιγμή οι μισοί περίπου δήμοι με κατοίκους Ρομά διαθέτουν το αντίστοιχο παράρτημα, οι άλλοι μισοί έχουν κινήσει τις διαδικασίες για τη σύστασή του».

Η ενασχόληση με τα ιδιαίτερα ακανθώδη προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κοινότητες των Ρομά, «δεν είναι ζήτημα ευαισθησίας, αλλά υποχρέωση των δήμων», λέει ο κ. Σταμάτης και προσθέτει ότι «βρίσκεται πλέον σε ισχύ το χρηματοδοτούμενο σχέδιο προσωρινής μετεγκατάστασης Ρομά υπό τη μορφή κοινωνικής στέγασης, ένα χρήσιμο εργαλείο που κάθε δήμος μπορεί να αξιοποιήσει».

 

πηγή