Μια προηγούμενη Κυριακή ανέβηκα με έναν φίλο για καφέ στο καφέ-εστιατόριο πάνω από τους Αγίους Ισιδώρους, στον Λυκαβηττό. Η θέα του λεκανοπεδίου ήταν εντυπωσιακή, από αυτές που σου θυμίζουν γιατί αυτή η πόλη, παρ’ όλες τις πληγές της, ακόμη κρατιέται. Η Ακρόπολη στο κέντρο μπροστά σου, η θάλασσα του Φαλήρου και ο Πειραιάς αριστερά της στο βάθος, η Ελευσίνα δεξιά της πιο μακριά μέσα στην αττική θολούρα. Ο Υμηττός και η Πάρνηθα πλαισιώνουν την εικόνα. Μπροστά σου το Καλλιμάρμαρο, η Βουλή, ο Εθνικός Κήπος, σχεδόν μπορείς να τα ακουμπήσεις με το χέρι. Η Αθήνα που “θα μπορούσε” να είναι.
Ύστερα χαμηλώνεις το βλέμμα και εστιάζεις στη λεπτομέρεια. Την Αθήνα της άναρχης αντιπαροχής, με τις περισσότερες πολυκατοικίες χτισμένες βιαστικά στις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80, φτηνά και πρόχειρα, με υγρασίες, χωρίς μόνωση, λες και η πόλη τότε ήταν ένα εργοτάξιο χωρίς αύριο. Κτίρια το ένα κολλημένο πάνω στο άλλο, μισοπεσμένοι σοβάδες μαυρισμένοι από μούχλα και καυσαέριο δεκαετιών, βρώμικα διαχωριστικά στα μπαλκόνια, ταράτσες φορτωμένες με κεραίες και παλιά κλιματιστικά.
Από τον Λυκαβηττό φαίνεται η πραγματικότητα. Βλέπεις το θαύμα της αττικής τοποθεσίας και την κακοποίηση που έχει συντελεστεί πάνω της. Μια πόλη με Ακρόπολη, θάλασσα, λόφους και ιστορική μνήμη, ασφυκτιά από κτίρια που στήθηκαν σαν τσιμεντένια τσαντήρια κι έμειναν ως μόνιμη μαρτυρία της ήττας της. Μια τσιμεντούπολη με ελάχιστο πράσινο, που κάθε καλοκαίρι ψήνεται επειδή χτίστηκε άκρη σε άκρη, χωρίς σκιά, χωρίς χώρους να περάσει αέρας. Αυτή η ήττα σήμερα λέγεται στεγαστικό.
Η πόλη έχει ακριβά ενοίκια, ακριβές τιμές πώλησης και τριαντάρηδες που μένουν ακόμα με τους γονείς τους. Έχει οικογένειες που ψάχνουν σπίτι και βρίσκουν σαπάκια σε τιμές κανονικών διαμερισμάτων. Στον Δήμο Αθηναίων αναφέρονται περίπου 117.400 κενές κατοικίες, ενώ οι ειδικοί μιλούν για έλλειμμα τουλάχιστον 250.000 διαθέσιμων κατοικιών στη χώρα. Οι αριθμοί δείχνουν τον παραλογισμό αυτής της αγοράς. Σπίτια υπάρχουν. Σπίτια κατοικήσιμα όμως, όχι.
Η εφορία μετράει τα διαμερίσματα στα χαρτιά ως περιουσίες. Άλλα έχουν κληρονομικά, άλλα θέλουν ανακαίνιση που θα ρουφήξει περισσότερο χρήμα από όση αξία θα επιστρέψει, άλλα έχουν μούχλα και παλιά ηλεκτρολογικά. Στην απογραφή όλα αυτά υπάρχουν. Στην αγορά κατοικίας απουσιάζουν. Η Αθήνα έχει έλλειψη κατοικήσιμων σπιτιών, όχι έλλειψη διαμερισμάτων.
Η μισή Αθήνα θέλει κατεδάφιση.
Ακούγεται σκληρό, αλλά μόνο σε όσους έχουν βολευτεί να εθελοτυφλούν στην παρακμή. Πιο σκληρό είναι να ζητάς 700 ευρώ, με τους ελληνικούς μισθούς, για διαμέρισμα που έχει να συντηρηθεί πενήντα χρόνια. Ακόμα πιο σκληρό είναι να βαφτίζεις “επενδυτική ευκαιρία” ένα παλιό τσιμεντένιο κουτί επειδή βρίσκεται κοντά σε σταθμό μετρό. Και σκληρότερο από όλα είναι να ζεις σε μια πόλη που το καλοκαίρι γίνεται φούρνος από πυρωμένο τσιμέντο. Αστική ασφυξία.
Η αντιπαροχή ήθελε να λύσει κάποτε το οικιστικό πρόβλημα της αστυφιλίας. Παρείχε στοιχειώδη κατοικία, με καμπινέδες εσωτερικούς, σε ανθρώπους που χρειάζονταν άμεσα 70 τετραγωνικά σε 100 γραμμάτια, σε μια Ελλάδα που αστικοποιούνταν ραγδαία και δεν διέθετε δημόσια στεγαστική πολιτική. Άφησε όμως απλήρωτο έναν λογαριασμό: οικόπεδα καλυμμένα μέχρι το τελευταίο χιλιοστό, ασοβάντιστες μεσοτοιχίες, στενοί δρόμοι όπου οι κάτω όροφοι δεν βλέπουν ήλιο, πράσινο ελάχιστο ή μηδενικό. Ισόγεια νεκρά, πολυκατοικίες που αφαιρούν αξία από την πόλη και ιδιοκτησίες κομματιασμένες σε ανθρώπους που αδυνατούν να συμφωνήσουν ακόμη και για τα κοινόχρηστα.
Έτσι ανεβαίνουν οι τιμές των διαθέσιμων σπιτιών ενώ πάρα πολλά σπίτια μένουν κλειστά. Η πραγματική προσφορά είναι ανεπαρκής. Ως απόθεμα υπάρχει, αλλά μεγάλο μέρος του δεν επιστρέφει εύκολα στην πραγματική χρήση. Οι μικροϊδιοκτήτες νομίζουν ότι κρατάνε περιουσίες, ενώ συχνά κρατάνε απλά φορολογικά βάρη. Οι ενοικιαστές πληρώνουν ακριβά την έλλειψη. Η πόλη πληρώνει με την υποβάθμισή της. Και η πολιτεία παριστάνει ότι λύνει το θέμα με μπαλώματα, λες και το πρόβλημα είναι η πρόσοψη σε κτίρια που χρειάζονται μπουλντόζες.
Σε αρκετές περιπτώσεις η λύση είναι κατεδάφιση, συνένωση ιδιοκτησιών και κανόνες που δεν γονατίζουν στον τελευταίο αρνητή.
Όλα όσα αρνούμαστε να οργανώσουμε, γιατί η Ελλάδα αγαπάει τις λύσεις μόνο όταν λέγονται επιδότηση. Και ας επιδοτεί τα κουφάρια, τα σαπάκια και τους μουχλιασμένους σοβάδες.
Ιδιοκτήτες περιμένουν να σωθεί από μόνο του ένα ακίνητο που σαπίζει. Οι δήμοι δεν πιέζουν ούτε για τις μαυρισμένες προσόψεις στις γειτονιές του κέντρου που γκετοποιείται, γιατί φοβούνται το πολιτικό κόστος. Οι εργολάβοι θέλουν απόδοση χωρίς πόλη. Και όλοι εμείς που το βλέπουμε φοβόμαστε μην τυχόν και οι λύσεις μάς ακουμπήσουν. Αν γκρεμίσουμε την παλιά ασχήμια για να χτίσουμε ακριβότερη ασχήμια, θα διαιωνίσουμε το λάθος που δεν θέλουμε να παραδεχτούμε: το μοντέλο της αντιπαροχής στέγασε ανθρώπους και κατέστρεψε την Αθήνα.
Η πόλη χρειάζεται να αντικαταστήσει γερασμένες πολυκατοικίες με κτίρια που αξίζουν να μείνουν. Να στέκονται με ασφάλεια, να αφήνουν σκιά στον δρόμο και να έχουν ισόγεια που ζουν, όχι τυφλά μέτωπα και νεκρές εισόδους.
Και αλλού μεγάλωσαν οι πόλεις. Η Ρώμη, το Παρίσι, η Βαρκελώνη βίωσαν πίεση και πυκνότητα, χωρίς να παραδώσουν τον αστικό τους ιστό στην ίδια αισθητική ήττα. Ο Γκαουντί αξίζει εδώ όχι ως καρτ ποστάλ, αλλά ως μέτρο αρχιτεκτονικής φιλοδοξίας. Το Casa Milà αξίζει επειδή κάποτε ένας ιδιοκτήτης, ένας αρχιτέκτονας και μια πόλη άντεξαν κάτι μεγαλύτερο από τη λογική του οικοπέδου. Έτσι χτίζει μια πόλη με αυτοπεποίθηση. Η Αθήνα χρειάζεται τη δική της γενναιότητα, κτίρια που να αναδεικνύουν το αττικό φως, την πέτρα, το μπαλκόνι, τη λειτουργική αυλή και την ανάγκη για αξιοπρεπή κατοικία.
Θυμάμαι πριν από λίγα χρόνια, για την ταινία Syriana με τον Τζωρτζ Κλούνεϊ, είχα διαβάσει ότι σκηνές της παρακμάζουσας Τεχεράνης του έργου γυρίστηκαν σε περιοχές της Αθήνας. Είναι η εικόνα του στοιβάγματος και της παρακμής που βλέπει κάποιος από το επίπεδο του δρόμου, πέρα από μερικές φροντισμένες ακριβές γειτονιές. Ο καθρέφτης που δείχνει κάτι το οποίο προσποιούμαστε ότι δεν βλέπουμε. Το συνηθίσαμε.
Μιλάμε για την Ακρόπολη, το αττικό φως και τις γειτονιές που δήθεν “έχουν χαρακτήρα”. Μόνο που πολλές φορές αυτό που βαφτίζουμε χαρακτήρα είναι εγκατάλειψη και μουχλιασμένοι σοβάδες. Ο Παρθενώνας είναι το άλλοθι για μια πόλη που σε πολλά σημεία μοιάζει σαν να χτίστηκε για να αντέξει ίσα όσο κρατάει μια εργολαβία. Και η παλιά δόξα τραβάει το βλέμμα από τη σημερινή μας ασχήμια.
Η μισή Αθήνα θέλει κατεδάφιση επειδή ο ωφέλιμος κύκλος της έκλεισε. Το βλέπουμε κάθε μέρα, αλλά το λέμε χαμηλόφωνα γιατί σημαίνει παραδοχή της αποτυχίας μας. Το κόστος της μη παραδοχής όμως το πληρώνουμε στα ακριβά ενοίκια και στις τεράστιες τιμές πώλησης. Το πληρώνουν νέοι που μένουν στο παιδικό τους δωμάτιο αντί να χτίσουν οικογένεια, και οικογένειες που ψάχνουν σπίτι και βρίσκουν χρέπια.
Η επόμενη Αθήνα θα έρθει έτσι κι αλλιώς, είτε με σχέδιο είτε με εγκατάλειψη. Το ζήτημα είναι αν θα την οργανώσουμε εμείς ή αν θα τη φορτώσουμε στην επόμενη γενιά, με χειρότερα σπίτια, ακριβότερη κατοικία και μια πόλη σε αποσύνθεση.
Η Αθήνα κακογέρασε επειδή την αφήσαμε να κακογεράσει. Μάθαμε να αποκαλούμε περιουσία την παρακμή και ρεαλισμό την ήττα.
agissilaos@gmail.com
capital.gr

Ή -και για να πω και κατι αλλο, αλλα και πανω, ομως, σε αυτο- να βλεπεις τις δυο, αυτες, διακριτες & κραυγαλεες οψεις & αντιθεσεις, του ιδιου νομισματος (ουσιατικως): Απο την μια λοιπον, καταφθανουν (οσονουπω), κατι, δηλαδη, υπερπολυτελεστατες, λουσατες, χλιδατες, υπερλαμπρες, φαραωνικες, φανταχτερες, φαντασμαγορικες, υπερσυγχρονες και υπερπαραγωγικες, καθως και απολυτα ευαερες, ανοιχτοκαρδες και ευηλιες κατασκευαρες, κτηριαρες, σπιταρονες & ουρανοξυσταρες (χιλιες και μια νυκτες!), εκει στο Ελληνικο (αλλα και οχι μονο σε αυτο), και απο την αλλη, παλι, στην ιδια ακριβως πολη, αυτη της πρωτευουσης, και των Αθηνων, να υποχρεουντο και να αναγκαζοντο να μενουν, να διαβιουν και να στιβαζοντο (παρεα & συντροφια, και με τα ποντικια, τις βρωμουσες, τις σαβρες και τις κατσαριδουλες -και χωρις καμιαν απολυτως υπερβολη, αυτο, δυστυχως…), συνανθρωποι μας σε χρεπια, οπως ας πουμε παλαια, σαραβαλενια, ερειπιωδη, μισοδιαλυμενα, μισογκρεμισμενα, στενοχωρα οικοδομηματα-τσιμεντοκουτα-χαμοσπιτα (χρονολογουμενα απο την εποχη του Τρικουπη, μπορει δε, και παλαιοτερα) ή και σε τιποτα, ακομη, υγρα, σκοτεινα & ανηλιαγα υπογεια -σε “γκριζες αποθηκες και φυλακές ψυχων” -και εν ολιγοις, λοιπον, να υφισταντο και να επικρατουν δυο εντελως, αλλα και διαμμετρικα αντιθετοι & διαφορετικοι, κοσμοι, κα σε τουτη δω, την σημερινη Ελλαδιτσα μας, κοινως…