Όταν όλοι εξοργιζόμασταν για τις κονόμες των κλειστών επαγγελμάτων, για την αντιδεοντολογική και πολλές φορές αγενή στάση αυτών των επαγγελματιών, οι κυβερνήσεις κωλυσιεργούσαν για άνοιγμα των επαγγελμάτων, που διατηρούσαν πελατειακές σχέσεις με την εξουσία.
Τώρα που είναι να τους κλαίνε οι ρέγκες, τους έπιασε η πρεμούρα να τους εξοντώσουν. Τι οικονομικά είναι αυτά; Γιατί θα βοηθηθεί η οικονομία με κάποιες χιλιάδες άδειες ΤΑΧΙ ακόμη; Για να αναγκαστούν να δουλέψουν κάτω του κόστους κι όποιος αντέξει; Κάνουν τάχα, ότι δεν ξέρουν ποιοι θα αντέξουν σε συνθήκες άγριου ανταγωνισμού; Κάνουν, ότι δεν καταλαβαίνουν πως με τέτοιες συνθήκες θα υποβαθμιστούν περισσότερο οι υπηρεσίες και η ασφάλεια;

     Το ΤΑΧΙ είναι και πρέπει να είναι ειδική μεταφορά και υπηρεσία πολυτελείας. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκαταστήσει τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας. Αυτονόητα λοιπόν μία υπηρεσία πολυτελείας  δεν πρέπει να υπόκειται στους ίδιους κανόνες, που αφορούν τα είδη και υπηρεσίες μαζικής χρήσης, χωρίς αυτό να σημαίνει κάστα με μεγαλύτερα προνόμια. Γενικότερα, αλλά και ειδικά, όπως θα δούμε παρακάτω, πιστεύω, ότι το κράτος πρέπει να φορολογεί την πολυτέλεια, όχι να χαρατσώνει την ανάγκη (και να παραχωρεί τα κέρδη της πολυτέλειας σε ιδιώτες, όπως κάνει τώρα).  
     Πόσοι επαγγελματίες οδηγοί είναι διατεθειμένοι να κάνουν αυτή την εποχή το άνοιγμα; (να χρεωθούν δηλαδή για να πάρουν ΤΑΧΙ). Και όσοι το κάνουν σε τι θα ωφελήσουν την εθνική οικονομία; Βέβαια θα βρεθούν επιχειρηματίες να το κάνουν και θα δουλέψουν με ζημιά, όσο χρόνο τους χρειαστεί για να αλώσουν την αγορά· μετά θα δείξουν το πραγματικό τους πρόσωπο. Στην αρχή θα είναι φτηνοί, οι υπάλληλοι τους θα είναι ευγενείς, εξυπηρετικοί, σωστοί επαγγελματίες και θα θαυμάσει ο κόσμος την «σωστή οργάνωση» των επιχειρηματιών !! Δεν θυμόμαστε πως πέταξαν από την αγορά τα μικρά καταστήματα οι μεγάλες αλυσίδες λιανικού εμπορίου;
     Ας πούμε λοιπόν, ότι μία εγκληματική οργάνωση θέλει να ξεπλύνει τα κέρδη της και στην συνέχεια να βάλει τα κεφάλαια της σε σίγουρες κερδοφόρες επενδύσεις. Τι κάνει; Πάει σε μία μπανανία και πουλάει «άριστη επιχειρηματική οργάνωση». Η εκεί κυβέρνηση στρώνει τον δρόμο μετά βαΐων και κλάδων στους «σοβαρούς επενδυτές», που θα έλθουν να «σώσουν» την χώρα από την διαφθορά, την συντεχνιακή παρακμή, τον οικονομικό μαρασμό, τα οποία βέβαια η ίδια επέβαλε. Το σκηνικό της ανάγκης για «μεταρρυθμίσεις» στην οικονομία στήνεται περίτεχνα και σε βάθος χρόνου, με εναλλαγές στην εξουσία δήθεν αντίπαλων κομμάτων και «ιδεολογιών», οι οποίες όμως δεν φέρνουν καμία διαφορά στο σκηνικό της σαπίλας και της ηθικής κατάπτωσης ευρέων στρωμάτων του πληθυσμού, ούτως ώστε οι «μεταρρυθμίσεις» να γίνουν τελικά με την σύμφωνη γνώμη του λαού, που φτάνει κάποια μέρα να σιχτιρίσει όλες τις ευνοημένες συντεχνίες και να αποδεχτεί ασμένως τους μαφιόζους ως σωτήρες της παραπαίουσας οικονομίας. Η Ελλάδα είναι μία καλή περίπτωση για τέτοια, γιατί από αρχαιοτάτων χρόνων οι ηγεσίες της ήταν προθυμότατες για εξωτερικούς «συμμάχους» (πλην ελάχιστων φωτεινών εξαιρέσεων).
     Ερχεται λοιπόν η μαφία με τους σπουδασμένους μάνατζερ και αναλαμβάνει την εξυγίανση της οικονομίας. Π.χ. ήλθαν τα σούπερ μάρκετ και μας απάλλαξαν από τους πονηρούς μπακάληδες. Δεν έκλεβαν στα ρέστα, δεν έκλεβαν στο ζύγι, δεν έκλεβαν τα ένσημα των υπαλλήλων, ήσαν άριστοι συνεργάτες με τους προμηθευτές τους, μας έβαλαν να ψωνίζουμε σε καθαρά ευρύχωρα μαγαζιά, με πολιτισμένο περιβάλλον, πληθώρα αγαθών για να διαλέξουμε σε καλές τιμές, ότι τραβάει η ψυχή μας και όλα αυτά ενώ απέδιδαν σε φόρους πολύ περισσότερα από τους φοροφυγάδες τους μπακάληδες. Πως έγινε αυτό το μιράκολο; Η απάντηση τους ήταν «σωστή οργάνωση – κέφι για δουλειά». Μπράβο τους· μπράβο στους λεβέντες του Χάρβαρντ, που χωρίς να ιδρώσουν ποτέ, έκαναν τέτοια θαύματα. Γιατί όμως τώρα που εξοντώθηκαν τα (περισσότερα) μπακάλικα δεν συνεχίζεται το μιράκ(ω)λο; Γιατί τα σούπερ μάρκετ θυμίζουν όλο και περισσότερο μπακάλικο; (για να μην πω λαϊκή αγορά), γιατί οι προμηθευτές τους είναι χρεοκοπημένοι; Τι φόρους αποδίδουν τώρα (που κατέλαβαν την αγορά); Ποιες είναι οι απολαβές των υπαλλήλων τους;
     Γιατί το «θαύμα» ήταν πολύ απλό και δεν είναι ανάγκη να είσαι του Χάρβαρντ για να το πετύχεις· αρκεί να είσαι από την στόφα του απατεώνα και αρκετά αδίστακτος. Ή αμφιβάλλει κανείς για το ποιόν  και το ήθος αυτών των «επιστημόνων»; Το κόλπο είναι να θαμπώσεις τον κόσμο με την απλοχεριά σου, για να αποδείξεις, ότι οι αντίπαλοι σου είναι μίζερα ανθρωπάκια, μέχρι να βάλεις τα κορόιδα και την αγορά στο χέρι. Απλά λοιπόν παρουσίαζαν μεγάλα κέρδη (και πλήρωναν πρόθυμα τους ανάλογους φόρους) ενώ είχαν ζημιά. Είναι τόσο δύσκολο να το κάνεις αυτό; Σε μία χώρα που λαδώνεις τον εφοριακό, για να μην πληρώσεις φόρο, είναι δύσκολο να τον λαδώσεις, για να παρουσιάσεις πλασματικά κέρδη και να πληρώσεις μεγαλύτερο φόρο; Είναι δύσκολο σε μία τέτοια δαιδαλώδη νομοθεσία να μεταθέσεις λογιστικά ζημιές για το μέλλον, έχοντας εξασφαλίσει την χρυσοπληρωμένη συνεργασία των καλλίτερων νομικών και μάνατζερς; (και φυσικά των πολιτικών και υπηρεσιακών παραγόντων) Χαράς ευαγγέλια για τους πολιτικάντηδες και τους μανδαρίνους· και τα παίρνανε και το κράτος κονόμαγε (για να πάρουν και τους παχυλότατους μισθούς τους ως επιτυχημένοι) και όλος ο κόσμος ήταν ευχαριστημένος, εκτός από εκείνους τους μίζερους μπακάληδες…
     Ετσι σε πρώτη φάση ξέπλυναν το βρώμικο χρήμα τους και οι διεθνείς εγκληματίες και οι ντόπιοι μαυραγορίτες, αλώνοντας ταυτόχρονα την αγορά. Τώρα ήλθε η ώρα να τα (ξανα)κονομήσουν, αλλά επειδή δεν γίνεται και η τούρτα ολόκληρη και ο σκύλος χορτάτος, ήλθε η ώρα ο σκύλος να αρχίσει να διατρέφεται με τα τσιμπούρια του.
     Πόσες φορές θα γίνει το ίδιο κόλπο με αποκρατικοποιήσεις και τώρα με το «άνοιγμα» των κλειστών επαγγελμάτων; Πρώτα απαξιώνεται ένας κρατικοδίαιτος (ή έμμεσα ευνοημένος) κλάδος της οικονομίας και μετά αποδίδεται στον «υγιή ανταγωνισμό» προς μεγάλη (αλλά προσωρινή) ανακούφιση του λαού που απαλλάσσεται από το νταβατζηλίκι των προνομιούχων συντεχνιών, για να γευτεί αργότερα το νταβατζηλίκι των επιχειρηματιών. Θα ξαναρωτήσω (πολλές φορές) μέση οδός δεν υπάρχει; Ή διεφθαρμένο και πελατειακό κράτος, ή μαφιόζικη ιδιωτική πρωτοβουλία;
     Δεν είμαι με το μέρος των ταξιτζήδων, όπως και καμίας συντεχνίας, που αντιδρά με περίσσια επαναστατικότητα, όμως θεωρώ, ότι έχουν πάρει το μάθημα τους από την κρίση και δεν χρειάζεται τίποτε παραπάνω από τις συνέπειες της. Και αν χρειάζεται ένας ανταγωνισμός, είναι αυτός των μέσων μαζικής συγκοινωνίας. Να καταργηθεί το εισιτήριο στις αστικές συγκοινωνίες, να αυξηθεί η ποιότητα τους και η πυκνότητα των δρομολογίων, ώστε να χάσουν οι ταξιτζήδες έναν μεταφορικό όγκο, που λάθρα κατέχουν και να αναγκαστούν να αναπροσαρμόσουν μόνοι τους (χωρίς κρατικές επεμβάσεις) το επάγγελμα τους. Αμφιβάλει κανείς, ότι έτσι και πάλι θα μηδενιστεί σχεδόν η υπεραξία της άδειας τους; Αλλά και να μην μηδενιστεί (γιατί να το επιδιώκουμε άλλωστε) το κράτος μπορεί να απαγορέψει την μεταπώληση αδειών, που εκδίδει το ίδιο. Άλλο όμως αυτό και άλλο να εκδώσει τώρα νέες (φτηνές) άδειες καταργώντας κάθε έννοια ισονομίας στον ανταγωνισμό. Είναι όρος ισότητας (στον ελεύθερο ανταγωνισμό) να έλθει τώρα κάποιος και να βγάλει 15 ΤΑΧΙ στην πιάτσα με τα λεφτά, που οι άλλοι μέχρι πρότινος αγόραζαν ένα;
     Η κρίση ήταν η ευκαιρία που θα χρειαζόταν κάθε (σωστή) κυβέρνηση, για να καταργηθεί το παρεμπόριο αδειών, χωρίς να κάνει τίποτα  άλλο εναντίον των ταξιτζήδων. Μία σωστή κυβέρνηση θα αναβάθμιζε τις μαζικές συγκοινωνίες, αφήνοντας τον κλάδο αυτό να λειτουργήσει όπως απαιτεί αυτό που πραγματικά είναι, είδος πολυτελείας δηλαδή και όχι συμπλήρωμα των αστικών συγκοινωνιών. Αν συνέβαινε αυτό, θα βλέπαμε, ότι και οι σημερινές άδειες είναι πάρα πολλές και συνεπώς δεν μπορούν να εμπεριέχουν σημαντική υπεραξία. Πέραν αυτού αν απαγορευτεί κάθε μεταπώληση άδειας, το κράτος μπορεί να τις παραχωρεί (το ίδιο) έναντι υψηλού τιμήματος και να καρπώνεται το ίδιο τα λεφτά που εισέπρατταν οι συνταξιοδοτούμενοι ταξιτζήδες (ως άτυπο εφάπαξ) απαιτώντας επιπλέον φόρους ανάλογους μίας υπηρεσίας πολυτελείας, αλλά εξασφαλίζοντας και τους επαγγελματίες από την επέλαση των επιχειρηματιών σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς. Επιπλέον στο σύστημα αυτό της έκδοσης αδειών (που αναπληρούν τους συνταξιοδοτούμενους) μπορεί να υπάρξει μέριμνα για φτηνότερες άδειες στους επαγγελματίες οδηγούς, που έχουν δουλέψει πολύ καιρό ως υπάλληλοι.
     Δεν μπορώ να καταλάβω τα οικονομικά, που λένε ότι θα υπάρξει βελτίωση του ΑΕΠ με την απελευθέρωση του επαγγέλματος του ταξιτζή και όχι με αυτά που πρότεινα παραπάνω. Θα αυξηθεί το ΑΕΠ πέφτοντας το κόμιστρο για το ίδιο μεταφορικό έργο; Θα αντιτείνουν βέβαια, ότι θα αυξηθεί το μεταφορικό έργο, γιατί θα πέσουν οι τιμές και αυτό θα συμβάλει στην αύξηση του τουρισμού. Η απάντηση είναι, ότι τον τουρισμό τον θέλουμε για το χρήμα, όχι για να φανούμε καλοί και φτηνοί στους ξένους. Ο τουρίστας ενημερώνεται και μαθαίνει τι είναι ακριβό και τι είναι φτηνό σε μία χώρα (δεν είναι ανάγκη να είναι όλα φτηνά) το θέμα είναι σε αυτό, που είναι ακριβό, να παίρνει το μεγάλο μερίδιο το κράτος, δηλαδή τα λεφτά της άδειας να τα παίρνει το κράτος και όχι οι ίδιοι οι ταξιτζήδες· το θέμα επίσης είναι να ξέρει ο ταξιτζής, ότι αν τολμήσει να φοροδιαφύγει, θα αντιμετωπίσει εξοντωτικές ποινές, μεταξύ των οποίων θα είναι και η δια παντός ανάκληση της άδειας του, την οποία έχει χρυσοπληρώσει και η οποία λειτουργεί και ως χρηματική εγγύηση της συμμόρφωσης του στους νόμους του κράτους. Οσο για τον τουρίστα και τον Ελληνα μπορεί και πρέπει να έχει την εναλλακτική λύση των αναβαθμισμένων μέσων μαζικής συγκοινωνίας, εκ των οποίων τα αστικά θα είναι δωρεάν (κατά την πρόταση μου στο άρθρο «δύο τρείς σκέψεις»). Σύμφωνα με αυτό το κράτος δεν χάνει τίποτα από τα εισιτήρια, που καταργούνται (γιατί το κόστος μετακυλίεται στον φόρο υγρών καυσίμων) συνεπώς τα πρόσθετα έσοδα της πρότασης του παρόντος άρθρου, δεν συμψηφίζονται με χασούρα από τα εισιτήρια, αλλά προστίθενται στα έσοδα του κράτους. Αντίθετα με την απελευθέρωση το κράτος δεν παίρνει τίποτα από τις άδειες, αλλά θα μειωθούν και τα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος (αλλά και των έμμεσων φόρων) λόγω μειωμένου κόμιστρου. Είναι αυτονόητο, ότι οι ταξιτζήδες μέχρι τώρα τσίμπαγαν δυσανάλογο μερίδιο από τα έσοδα του τουρισμού (γι αυτό δημιουργήθηκε και η υπεραξία των αδειών)· το θέμα όμως είναι να εξισορροπηθεί το πράγμα προς όφελος του κράτους και όχι των άλλων ιδιωτών παραγόντων του τουρισμού (ταξιδιωτικά γραφεία, εστίαση, ξενοδοχεία). Ο τουρισμός, η ψυχαγωγία, ή πολυτέλεια πρέπει να είναι οι ακριβοί τομείς της οικονομίας μας και τα υπερκέρδη να τα καρπώνεται το κράτος, για να άρει τα βάρη της καθημερινότητας στους πολίτες, όχι να τα χαρίζει σε επαγγελματίες και επιχειρηματίες. Στην χώρα που ανθεί η φαιδρά πολιτική, το ψωμί έχει πολύ μικρότερο ΦΠΑ στο εστιατόριο (6,5%) από τον φούρνο (13%) !! Ποιοι θέλουν «φτηνό ΤΑΧΙ για τον λαό»; Εκείνοι που και τζάμπα να είναι οι αστικές συγκοινωνίες δεν καταδέχονται να συγχρωτιστούν με την πλέμπα· «αριστοκράτες» με καβούρια στην τσέπη. Ο λαός όταν γεύεται την πολυτέλεια, την πληρώνει αδιαμαρτύρητα, γιατί δεν θεωρεί αυτονόητο δικαίωμα να έχει σωφέρ, να τον πηγαινοφέρνει· τα καρμίρικα κοπρόσκυλα απαιτούν να έχουν διαρκώς στην διάθεση τους δουλικά στις κατώτερες δυνατές τιμές.
     Πέραν αυτών μπορεί να γίνει και η εξής απελευθέρωση: Να επιτραπεί στους κατέχοντες άδειες να συγκροτούν εταιρείες, σωματεία με δικά τους χαρακτηριστικά στα ταξί ( χρώμα κ.λ.π.) και να καθορίζεται το τιμολόγιο από τους ίδιους. Ετσι κι αλλιώς πάντως, το κράτος δεν πρέπει να επεμβαίνει στις τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών πολυτελείας και μάλιστα όσων έχουν υψηλή εγχώρια υπεραξία (την οποία πρέπει να φορολογεί αναλόγως).
     Δεν είμαι δογματικά προσηλωμένος στην μία ή την άλλη άποψη*. Πιστεύω ότι η κάθε περίπτωση πρέπει να εξεταστεί σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες της. Ανταγωνισμός που ρίχνει τις τιμές χρειάζεται στα είδη και τις υπηρεσίες που αφορούν την διαβίωση του φτωχού και εκεί ακόμη όμως, πρέπει να απαγορευτεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός με πλασματικά κέρδη, ευνοϊκή μεταχείριση των μεγάλων και των διαπλεκόμενων και άλλες πονηριές (γιατί ότι ωφελήθηκε ο φτωχός για λίγο, θα τα πληρώσει αργότερα πολλαπλάσια). Στην πολυτέλεια αυτό που χρειάζεται δεν είναι φτηνές τιμές, αλλά να οικειοποιείται το κράτος τις υπεραξίες.
     Οσο για την επίκληση των επιταγών της τρόικας, την απάντηση την δίνουν εκείνοι, που την επικαλούνται: Η τρόικα το μόνο που διατάζει, είναι να της επιστραφούν τα χρήματα, όλα τα άλλα απλά τα προτείνει. Γιατί προτείνει τόσο επαχθείς όρους; Γιατί βλέπει, ότι εμείς δεν κάνουμε τίποτα για να τελειώνουμε με την κοροϊδία· συνεπώς ο μόνος τρόπος είναι το ξεβράκωμα. Γι αυτό μας προσφέρει λύσεις διολισθητικού φαληρίσματος, ώστε να μην έχουμε καμία δικαιολογία (ότι μας έκοψαν απότομα την χρηματοδότηση) και αυτοί να «αγοράζουν» σε αυτό το διάστημα κοψοχρονιά όλες τις πιθανές πηγές εσόδων στην χώρα. Μήπως δίνει καμία εγγύηση επιτυχίας των προτάσεων της; Αναλαμβάνει ευθύνες για τυχόν αποτυχία τους; Όχι βέβαια· η ευθύνη (και η χασούρα) είναι όλα δικά μας. Ανεξαρτήτως λοιπόν αν θα δώσουμε πίσω ή όχι τα δανεικά, ή μέρος αυτών (εγώ, όπως ήδη έγραψα σε προηγούμενα κείμενα, πιθανολογώ ότι για τον έναν ή τον άλλο λόγο, δεν θα δώσουμε τίποτα) οι αποφάσεις (και η ευθύνη) για την δομή και την λειτουργία της οικονομίας μας είναι δικές μας. Με τις φτωχές μου δυνάμεις μπόρεσα να σκεφτώ, ότι από τα ΤΑΧΙ μπορεί να κονομήσει το κράτος με τους τρόπους, που ανέφερα. Μπορεί η κυβέρνηση να μας κάνει πιο λιανά, ποιο θα είναι το όφελος από την δική της στάση;
     Τέλος όταν λέμε, ότι ένα πολιτισμένο κράτος έχει συνέχεια και δεν καταργεί έτσι εύκολα ακόμα και συμφωνίες που έγιναν σε τυχόν ανώμαλες περιόδους, πως νοείται αυτή η ασυνέχεια (και ασυνέπεια) ακόμη και στην ελαχιστότερη μεταβολή; (την διαδοχή υπουργών του ίδιου κόμματος, της ίδιας κυβέρνησης) Το κράτος δεν συμμετείχε στο παρεμπόριο αδειών, όταν αναγνώριζε δικαιώματα στον νέο κάτοχο της άδειας; Βεβαίως (όπως φάνηκε) δεν προτείνω την διαιώνιση της στρεβλότητας στα κλειστά επαγγέλματα. Αντίθετα, με τα προηγούμενα άρθρα μου πρότεινα το άνοιγμα να ξεκινήσει από το πιο κλειστό από όλα: το επάγγελμα του πολιτικού. Περί αυτού όμως ποιούν την νήσσα όλοι οι ανιδιοτελείς «λειτουργοί»…
 
*Πραγματικά είναι απορίας άξιο, η δογματική προσήλωση των σοσιαλιστών στην «απελευθέρωση» και την αποκρατικοποίηση. Αυτό δεν ήταν το δόγμα των νεοφιλελεύθερων; Όχι ότι μου πέφτει λόγος βέβαια…Από πολλού καιρού έχω γράψει όλες τις «ιδεολογίες» εκεί που με γράφουνε κι αυτές. 
Π. Θ. Ρέππας